Σάββατο, 21 Μαϊος 2016 19:24

Η μυστική λειτουργία

Στην εκκλησία του χωριού μου κάποιες χειμωνιάτικες βραδιές, την ώρα που ο εσπερινός τελειώνει και οι πόρτες της κλειδώνουν απέξω το κρύο και την ακινησία, ξεκινά η μυστική λειτουργία.

Κίτρινα φώτα στους δρόμους διυλίζουν τη βροχή, τους φόβους, την ερημιά.
Από νωρίς έχουν κλειστεί στα σπίτια τους οι κάτοικοι μαζί με τις έγνοιες τους και ο αέρας διαπερνά τα σοκάκια,τις αυταπάτες, τις γρίλιες και τις κερκόπορτές τους.
Μα ο νους, που ερωτεύτηκε τα άυλα, ακούει στο σφύριγμά του ανέμου τα αόρατα σήμαντρα να καλούν για το μεγάλο απόδειπνο. Ιερείς από αλλοτινές εποχές ντύνονται τα άμφια των αιώνων και παίρνουν τις θέσεις τους στο ιερό, στα εξαπτέρυγα, που λαμποκοπούν ζωντανεμένα, στο θυσιαστήριο, στην πρόθεση.

Στα στασίδια γνώριμες μορφές, που από καιρό έχουν πεθάνει. Οι γέροντες και οι γριές των παιδικών μου χρόνων, όσοι εξαλείφθηκαν τόσο αιφνίδια μες τη ζωή μου και λιγόστεψαν στη μνήμη, πρόσωπα, που ξεθώριασαν στον ασβέστη του χρόνου, σύντροφοι, που κάποτε, πλανεμένος από τη νεότητα, τους θεώρησα παντοτινούς και αναλλοίωτους.

Άλλοι κρατούν τη σύνοψη με τις σταλαγματιές τις κίτρινες και σιγοψέλνουν, άλλοι ξεριζώνουν τα κεριά από τα μανουάλια και άλλοι σηκώνονται στο πέρασμα του θυμιάματος και του διάκου. Η περιφορά αγιάζει όσα υπήρξαν. Και όσα πέρασαν δέονται για αυτά που θα έλθουν. Και όλοι μαζί ετούτοι που νήστεψαν τα επίγεια μεταλαμβάνουν την οδύνη του ανθρώπου μπροστά στην ωραία πύλη.

Παιδιά μικρά που χάθηκαν από αρρώστια ή ατύχημα, ιεροπαίδες ντύνονται την αθωότητα, τα στιχάρια και τα οράρια κρατώντας τους σταυρούς του μαρτυρίου.

Οι θύρες ανοίγουν και πληθαίνει το φοβερό εκκλησίασμα. Στις εικόνες οι προφήτες και οι άγιοι και οι βιβλικές σκηνές πυρπολούνται από θείο φως και ενσαρκώνονται. Ο ναός όλος κινείται και ανυψώνεται και αιωρείται μαζί με μελίσματα βυζαντινά, φθόγγους αρχαίους και μοιρολόγια παλιά, αιολικά.

Οι ψαλμοί γίνονται θρόισμα, που λικνίζει τις κανδήλες, ισοπεδώνει την έπαρση, πριν κατευθυνθεί προς την Παναγία την απροσμάχητη.

Κι εκεί κάτω από τον άμβωνα, οι δικοί μου νεκροί, οι αγαπημένοι απόντες, εκείνοι που με τη στοργή τους ανεξάληπτα καθόρισαν οτιδήποτε έμελε να γίνω, κρατούν από το χέρι ένα αγέννητο παιδάκι.
Η νύχτα προχωρά και οι ψυχές οι κατανυκτικές ανασκιρτούν στην έλευση του Κυρίου. Προχωρά ο Χριστός και αγάλλεται η χειμερινή εκκλησία και το κοιμισμένο χωριό και οι ψυχές δέχονται τη συγκατάβαση και την ευλογία Του.
Υπάρχουν κάποιες βραδιές ερημικές που ο καθένας στη ζωή του θα ακούσει τα αόρατα σήμαντρα της μυστικής λειτουργίας. Αρκεί ο νους του να έχει ερωτευτεί τα άυλα και τα αφανέρωτα.

Παπάνης Ευστράτιος

Σάββατο, 21 Μαϊος 2016 19:19

Σχέσεις και Κατάθλιψη

Μια κοινότατη ερώτηση σε κλίμακες αξιολόγησης των κοινωνικών δικτύων είναι ο αριθμός των φίλων και των γνωστών, που διαθέτει κάποιος και η συχνότητα επαφής μαζί τους. Δυστυχώς, και οι δυο αξιολογούν μη σημαντικές παραμέτρους, το βάθος και το εύρος ή έστω επιχειρούν να τα αποτυπώσουν με λάθος τρόπο.
Πολλές πλέον έρευνες έχουν επικυρώσει, αυτό το οποίο γνωρίζει ο κοινός νους, ότι δηλαδή η ποσότητα και η τακτικότητα των αλληλεπιδράσεων δεν έχουν τόση σημασία, όσο η ποιότητα και η ειλικρίνεια των σχέσεων.
Οι συσχετίσεις με την εμφάνιση κατάθλιψης είναι πια φανερές:
-Σύζυγοι που δεν λαμβάνουν συναισθηματική υποστήριξη από τον/την σύντροφό τους έχουν διπλάσια πιθανότητα να βιώσουν κατάθλιψη κατά τη διάρκεια του βίου τους, συγκρινόμενοι με όσα άτομα είναι ελεύθερα ή με παντρεμένους με μεγάλη ικανοποίηση από το γάμο.
-Οι λέξεις κλειδιά σε μια συμβιωτική σχέση, που απομακρύνουν τον κίνδυνο κατάθλιψης είναι η κοινωνική, επαγγελματική στήριξη, η συμμετοχή στο σχεδιασμό, στη φιλοσοφία ζωής και η ανάλυση των περίπλοκων συναισθηματικών μεταπτώσεων.
-Αν εγκαθιδρυθούν άκαμπτες, τετριμμένες, ελεγκτικές ή διεκπεραιωτικές μορφές επικοινωνίας μεταξύ συζύγων, χωρίς έκφραση και πηγαία κατανόηση συναισθήματος, η κατάθλιψη ελλοχεύει.
-Οι άνδρες, παρά τα αντίθετα στερεότυπα, επηρεάζονται πολύ περισσότερο από την κακή ποιότητα της σχέσης, ίσως επειδή αποτελεί μία από τις λίγες πηγές συναισθηματικής αποτοξίνωσης, εσωτερικής εκδήλωσης και χαλάρωσης. Οι γυναίκες αποκαλύπτονται ευκολότερα σε φίλες, συγγενείς και γνωστούς και είναι κοινωνικά επιθυμητό να συζητούν αυτά που νιώθουν.
-Όταν επέλθει η χαρτογράφηση των αντιδράσεων των συντρόφων και γίνει εφικτή η προβλεψιμότητα και η ασφάλεια, η σχέση τείνει να φθίνει, αν δεν εμπλουτιστεί από ένα νέο γνωστικό καταιγισμό πληροφοριών, τροφή και έλξη για τον εγκέφαλο.
-Οι εξωστρεφείς σύντροφοι κινδυνεύουν περισσότερο από μη έγκυρη και έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων της κατάθλιψης, επειδή ο άλλος δεν παρατηρεί την αντίθεση με την προηγούμενη χαλαρή και κοινωνική συμπεριφορά, αλλά τις προσδοκίες του. Με λίγα λόγια οι εσωστρεφείς μοιάζουν πιο επιρρεπείς στην κατάθλιψη, αλλά οι εξωστρεφείς αποτυγχάνουν να δείξουν ότι κάτι έχει αλλάξει.
-Η υπερβολική αφοσίωση σε μία σχέση δημιουργεί προδιάθεση για κατάθλιψη, επειδή οι σύντροφοι εξαρτούν την αυτοεκτίμηση και την ταυτότητα της προσωπικότητας αποκλειστικά από αυτήν. Έρευνες αποδεικνύουν ότι, εάν συμβεί κάτι απρόοπτο στην αλληλεπίδρασή τους, οι αυτοαξιολογησεις τους είναι αρνητικές, παρουσιάζουν άγχος και καταθλιπτικά επεισόδια, ανεξάρτητα από το ποιος έφταιγε αρχικά για τη σύγκρουση. Τα γεγονότα αυτά επηρεάζουν επικίνδυνα την επαγγελματική και κοινωνική τους ζωή.
-Η αλλαγή της θέσης των γυναικών και η χειραφέτησή τους έχει επιφέρει αλλαγές στην πυρηνική οικογένεια, τις οποίες και τα δύο φύλα δεν μπορούν εύκολα να χειριστούν, με αποτέλεσμα να βιώνουν κενό στις διαπροσωπικές σχέσεις, κύριο χαρακτηριστικό της κατάθλιψης.
-Τα καταθλιπτικά μοτίβα που θα αναπτύξουν οι σύντροφοι εξαρτώνται εν πολλοίς από τις μνήμες από την οικογένεια καταγωγής και από τις εμπειρίες τους από προηγούμενες ερωτικές σχέσεις. Η κατάθλιψη, δυστυχώς, διδάσκεται...

Σάββατο, 21 Μαϊος 2016 19:11

Παιδική και εφηβική κατάθλιψη

Η παιδική κατάθλιψη άργησε να αναγνωριστεί ως κλινική οντότητα. Η άποψη ότι οι καταθλιπτικές διαταραχές είναι σπάνιες στα μικρά παιδιά, καθώς και η έννοια της ‘συγκαλυμμένης κατάθλιψης’ και των ‘καταθλιπτικών ισοδυνάμων’ κυριάρχησαν επί σειρά ετών στην παιδοψυχιατρική.

Υπήρξε έντονη διαμάχη σχετικά με το κατά πόσο ήταν αναπτυξιακά συμβατό για τα παιδιά να παρουσιάζουν κατάθλιψη, επειδή είναι κοινή παραδοχή ότι η παιδική ηλικία είναι η πιο χαρούμενη και ευχάριστη περίοδος της ανθρώπινης ζωής και είναι εμφανής η αδυναμία του παιδιού να εκφράσει με λόγια τα συναισθήματα θλίψης, απελπισίας και απόγνωσης.

Τέλος, οι περιγραφές που κάνουν οι δάσκαλοι και οι γονείς, για την ψυχολογική κατάσταση των μαθητών είναι πολλές φορές παραπλανητική.

Η καταθλιπτική συμπτωματολογία εκφράζεται κυρίως με σωματικά συμπτώματα (κοιλιακά άλγη, κεφαλαλγίες, ανορεξία, αϋπνία) και διαταραχές της συμπεριφοράς (ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, απώλεια ενδιαφέροντος, απόσυρση).

Θεωρείται μια μακρόχρονη διαταραχή, με σαφή γενετική επιβάρυνση, που προκαλεί σοβαρά προβλήματα στη λειτουργικότητα των παιδιών.

Επιδημιολογία

Η συχνότητα της κατάθλιψης στα παιδιά κυμαίνεται ανάλογα με τις μελέτες από 0,4-2,5% για παιδιά κάτω τον 12 ετών.

Το ποσοστό ανέρχεται σε 10-13% κατά την εφηβεία, ενώ 5% των εφήβων παρουσιάζει σοβαρή κατάθλιψη (Angold et al. 1998). Στην όψιμη εφηβεία η συχνότητα κυμαίνεται από 10% έως 20% .

Το 0.6-1.7% των παιδιών και 1.6-8% των εφήβων πάσχουν από Δυσθυμία.

Στην Ελλάδα διαπιστώθηκαν ιδιαίτερα αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης (20,3%).

Μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση είναι ότι η βαρύτητα της κατάθλιψης είναι μεγαλύτερη όταν οι ίδιοι οι έφηβοι συμπληρώνουν τις διαγνωστικές κλίμακες και μικρότερη όταν τις συμπληρώνουν οι γονείς τους.

Έχει υπολογιστεί ότι 1 στα 5 παιδιά που παραπέμπονται σε ψυχιατρικά τμήματα παρουσιάζει καταθλιπτική συμπτωματολογία.

Στα παιδιά, η μείζων καταθλιπτική διαταραχή εκδηλώνεται σε περίπου ίδια αναλογία σε αγόρια και κορίτσια, σε αντίθεση με τους εφήβους και τους ενήλικες, ηλικίες στις οποίες υπερτερούν οι γυναίκες.

Η διαφορά αποδίδεται σε διαφορετικές αιτίες, όπως αλλαγές στο επίπεδο των ορμονών, οι οποίες μπορούν να προδιαθέτουν σε ιδιαίτερη ευαισθησία. ( Angold et al. 1998).

Σε πολλές χώρες, η αυτοκτονία είναι μια από τις τρεις πιο κοινές αιτίες του θανάτου στην ομάδα ηλικίας 15-34 ετών. Οι περισσότεροι έφηβοι που αποπειρώνται να αυτοκτονήσουν πάσχουν από κάποιας μορφής συναισθηματική διαταραχή (Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας 1999).

Τα αγόρια εμφανίζουν μεγαλύτερα ποσοστά θανάτου εξαιτίας αυτοκτονίας, ενώ τα κορίτσια υπερτερούν στην απόπειρα αυτοκτονίας και τον ιδεασμό αυτοκτονίας, χωρίς όμως να επέρχεται ο θάνατος. Η σχέση μεταξύ πρώτης απόπειρας αυτοκτονίας και επόμενης κυμαίνεται μεταξύ 0,24% και 4,30%.

Σε έρευνα του Πανεπιστημίου Αιγαίου (Παπάνης, 2006) σε άτομα εφηβικής και μετεφηβικής ηλικίας αποτυπώθηκαν τα ποσοστά των νέων που νιώθουν συναισθηματικό κενό ή κατάθλιψη.

Το ποσοστό των αγοριών που βιώνουν συναισθηματικό κενό και κατάθλιψη ‘συχνά ή διαρκώς’ είναι 9,9%, ενώ των κοριτσιών προσεγγίζει το 24,7%.

Η απογοήτευση από τις διαπροσωπικές σχέσεις είναι έκδηλη και στα δύο φύλα κατά τη διάρκεια της εφηβείας:

Συνοσηρότητα

Η συνύπαρξη με άλλες διαταραχές είναι πολύ υψηλή (40-70%). Τα περισσότερα παιδιά και οι έφηβοι παρουσιάζουν ταυτόχρονα και κάποια άλλη ψυχιατρική διαταραχή. Συχνές είναι οι διαταραχές διαγωγής, σε ποσοστό 30-80% περίπου και οι αγχώδεις διαταραχές, με κυρίαρχο το άγχος αποχωρισμού, το ποσοστό των οποίων ανέρχεται σε 34% (Αngold et al.

1998). Μεγάλη συνοσηρότητα παρουσιάζει επίσης η κατάθλιψη με τις μαθησιακές διαταραχές (60-80%). H αναγνώριση των διαταραχών, που συνυπάρχουν, είναι πολύ σημαντική στην έκβαση και την αντιμετώπιση της κατάθλιψης, η οποία είναι πολύ εύκολο να αγνοηθεί στις περιπτώσεις που συνυπάρχει διαταραχή διαγωγής.

Αιτιολογία

Η αιτιολογία της παιδικής κατάθλιψης είναιπολυπαραγοντική.

Μελέτες οικογενειών δείχνουν αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης μεταξύ συγγενών.

Μελέτες διδύμων υποστηρίζουν ότι οι γενετικές επιδράσεις στα καταθλιπτικά συμπτώματα είναι μέτριες. Ωστόσο, η σταθερότητα των συμπτωμάτων αποδίδεται σε γενετικούς παράγοντες. Σε μερικές περιπτώσεις, οι γενετικοί παράγοντες αυξάνουν την ευαισθησία σε αρνητικές εμπειρίες ζωής, ενώ σε άλλες αυξάνουν την τάση για αρνητικές εμπειρίες.

Οι διαταραχές του συναισθήματος είναι αυτές που έχουν μελετηθεί περισσότερο στα παιδιά καταθλιπτικών γονέων. Κατάθλιψη των παιδιών έχει διαπιστωθεί στις περισσότερες μελέτες με κίνδυνο που κυμαίνεται από 13-70%. Οι απόπειρες αυτοκτονίας ανέρχονται σε 7,8% στα παιδιά καταθλιπτικών γονέων, διαφορά στατικώς σημαντική, σε σύγκριση με το 1,4% στα παιδιά μη καταθλιπτικών γονέων

Εκτός από τη γενετική επιβάρυνση, οι οικογένειες καταθλιπτικών γονέων χαρακτηρίζονται

  • από εντονότερες συγκρούσεις,
  • περισσότερα προβλήματα επικοινωνίας,
  • μικρότερη έκφραση των συναισθημάτων,
  • λιγότερη υποστήριξη προς τα μέλη της και
  • υψηλότερα ποσοστά παιδικής κακοποίησης

Οι διαταραγμένες πρώιμες αλληλεπιδράσεις μεταξύ μητέρας και παιδιού μπορούν να οδηγήσουν το παιδί σε ανάπτυξη τρόπων διαχείριση του άγχους που προδιαθέτουν για κατάθλιψη. Οι γονείς διδάσκουν στα παιδιά τους να αποσύρονται όταν αντιμετωπίζουν ένα δύσκολο πρόβλημα και δεν δημιουργούν προσαρμοστικούς τρόπους για τη ρύθμιση των αρνητικών συναισθημάτων.

Η παιδική κατάθλιψη έχει συνδεθεί με αρνητικά γεγονότα ζωής (καταστάσεις παραμέλησης και συναισθηματικής αποστέρησης), κυρίως απώλειες.

Τέτοια γεγονότα, όπως το διαζύγιο, η αποστέρηση, ο θάνατος, η αυτοκτονία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες κινδύνου (π.χ. έλλειψη υποστήριξης), σηματοδοτούν την έναρξη της κατάθλιψης.

Στις περιπτώσεις θανάτου ή αυτοκτονίας, ο κίνδυνος κατάθλιψης είναι ανάλογος με το πόσο κοντινό ήταν το απολεσθέν πρόσωπο και τη βιαιότητα της έκθεσης στο γεγονός. Επίσης, μη σοβαρά αγχογόνα γεγονότα, όπως δυσκολίες στις σχέσεις με τους φίλους (άσκηση βίας ενδοσχολικής, εκφοβισμός) ή με τους γονείς, προβλήματα στο σχολείο, ανευρίσκονται συχνά στη διάρκεια του χρόνου της έναρξης που προηγείται της κατάθλιψης.

H κύρια ιδέα του μοντέλου αυτού είναι ότι τα καταθλιπτικά άτομα αναπτύσσουν μια παραμορφωμένη αντίληψη του κόσμου (όπως, για παράδειγμα, ότι τα πράγματα δεν θα πάνε καλά), η οποία οφείλεται σε προηγούμενες κακές εμπειρίες.

Όταν το παιδί βρίσκεται σε δύσκολες συνθήκες, αυτή η παραμορφωμένη αντίληψη εμφανίζεται και οδηγεί σε κατάθλιψη. Σύμφωνα με την γνωσιακή θεωρία, η κατάθλιψη δεν ενεργοποιείται απλώς από αρνητικές εμπειρίες ζωής, αλλά κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο το άτομο τις αντιλαμβάνεται και τις επεξεργάζεται.

Η μελέτη της γνωσιακής λειτουργίας καταθλιπτικών παιδιών έδειξε ότι τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν χαμηλή αυτοκριτική, σημαντικές γνωσιακές διαστρεβλώσεις και αίσθημα έλλειψης ελέγχου σε αρνητικά γεγονότα. Διαφορετικές μελέτες υποστηρίζουν τη σχέση μεταξύ γνωστικών λαθών και κατάθλιψης στα παιδιά.

Οι έφηβοι με κατάθλιψη παρουσιάζουν ποικιλία γνωστικών λαθών, όπως επιλεκτική προσοχή στα αρνητικά χαρακτηριστικά των γεγονότων, ενώ τείνουν να αποδίδουν τα θετικά γεγονότα σε ασταθείς εξωτερικούς παράγοντες.

Κλινική εικόνα

H κλινική εικόνα της παιδικής κατάθλιψης παρουσιάζει αρκετές διαφορές από εκείνη των ενηλίκων.

Η λεκτική έκφραση των συναισθημάτων θλίψης, απόγνωσης, απελπισίας σπάνια συναντάται σε παιδιά. Μελαγχολικά ή ψυχωτικά συμπτώματα, υπολειμματική λειτουργικότητα, απόπειρες αυτοκτονίας και αυτοκτονίες συναντώνται συχνότερα όσο αυξάνει η ηλικία.

Αντίθετα, το άγχος αποχωρισμού, φοβίες, σωματικά συμπτώματα και διαταραχές συμπεριφοράς είναι συχνότερες στην παιδική ηλικία. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, η κλινική εικόνα της κατάθλιψης αλλάζει ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού

Βρεφική ηλικία

Ο Spitz, με τις έρευνές του στα ορφανοτροφεία μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έδειξε ότι ένα βρέφος μπορεί να έχει αισθήματα λύπης και να ζήσει μια καταθλιπτική εμπειρία συνοδευόμενη από έντονη ψυχοκινητική επιβράδυνση.

Η κλινική εικόνα, όπως την περιέγραψε ο Spitz, σ’ ένα βρέφος 6-8 μηνών που χωρίζεται από τη μητέρα του περιλαμβάνει γενική απάθεια, άρνηση επαφής, αδιαφορία προς το περιβάλλον, ανορεξία και αϋπνία.

Εάν βρεθεί ένα μητρικό υποκατάστατο ανάμεσα στον 3ο – 5ο μήνα από τον αποχωρισμό, η εικόνα της κατάθλιψης, εξαφανίζεται προοδευτικά. Διαφορετικά, εξελίσσεται σε μια κατάσταση φυσικού και ψυχισμού μαρασμού.

Ο Spitz, αναφερόμενος στην ανακλητική κατάθλιψη, έστρεψε την προσοχή στις ψυχοσωματικές εκδηλώσεις της κατάθλιψης στην αρχή της ζωής.

Τα χαρακτηριστικά της βρεφικής κατάθλιψης

Συναισθηματική ατονία: Το βρέφος δεν ασκεί τις αισθητηριακές του ικανότητες, δεν έχει διάθεση να κοιτάει, να ακούει, να μυρίζει, να κινείται, να γνωρίζει, να λειτουργεί, να προοδεύει.

Μειωμένες κινητικές πρωτοβουλίες, φτωχή μιμική, μονοτονία, τάση για επανάληψη των ίδιων δραστηριοτήτων (απομονώνονται και κουνιούνται μπρος πίσω (rocking) με ενδείξεις ελαφράς νοητικής καθυστέρησης).

Φτωχή αλληλεπιδραστική σχέση με τη μητέρα, μείωση των πρωτοβουλιών αλλά και των απαντήσεων στις προτροπές, αποτυχία επικοινωνίας.

Παιδική ηλικία

Στην ηλικία αυτή η κατάθλιψη μπορεί να εκφραστεί με τα εξής συμπτώματα:

  • Σχολική αποτυχία με δυσκολία συγκέντρωσης της προσοχής
  • Ευερεθιστότητα, δυσκολία στις κοινωνικές σχέσεις και αδυναμία να αντέξουν ακόμα και μικρές ματαιώσεις
  • Ψυχοσωματικά συμπτώματα όπως: Κοιλιακά άλγη, κεφαλαλγίες, ενούρηση.

Στην ηλικία αυτή τα παιδιά έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, αν και δεν ομολογούν ότι έχουν κατάθλιψη. Πιο συχνά όμως αναφέρουν ότι αισθάνονται πλήξη, ότι βαριούνται και ότι δεν έχουν ενδιαφέρον να κάνουν πράγματα.

Ένα σημαντικό θέμα έρευνας στην ψυχολογία αναφέρεται στο κατά πόσο οι αγχογόνες καταστάσεις της ζωής, που προέρχονται από κοινωνικούς ρόλους ή καταστάσεις, (π.χ. μη επιθυμητά γεγονότα, χρόνιες δυσκολίες, πολλαπλές απαιτήσεις ρόλων) έχουν ή δεν έχουν πάντοτε δυσμενείς συναισθηματικές συνέπειες.

Το νόημα, που έχει για το άτομο ο κοινωνικός ρόλος, που μπορεί να προκαλέσει άγχος αποτελεί το βασικό στοιχείο για την κατανόηση της ψυχολογικής του επίδρασης.

Κάποιοι ερευνητές προτείνουν ότι τα αρνητικά γεγονότα ζωής πιέζουν συναισθηματικά ή προκαλούν κατάθλιψη μόνο όταν το άτομο ταυτίζεται ή δεσμεύεται με τα βασικά χαρακτηριστικά του γεγονότος, που ζει.

Οι έφηβοι εγκαθιδρύουν τις αντιλήψεις για τον εαυτό τους μέσα από την ανάληψη ρόλων (π.χ. Είμαι παιδί, μαθητής, καλή κόρη, αδελφός κ.λπ.).

Οι ταυτότητες του εγώ ορίζονται ως στάσεις και αντιλήψεις, που παρεισφρέουν στην κοινωνική δομή, αναπαρίστανται στις σχέσεις ρόλων με τους άλλους και διαμορφώνουν την προσωπικότητα του εφήβου. Πρόκειται ουσιαστικά για απαντήσεις στην ερώτηση ‘Ποιος είμαι;’, αποτελούν πηγές υπαρξιακού νοήματος ή σκοπού της ζωής.

Οι προσδοκίες, που σχετίζονται με τους ρόλους αυτούς πολλές φορές οργανώνονται σε ‘θεατρική’ συμπεριφορά σε συγκεκριμένα πλαίσια. Η κατοχή πολλαπλών ρόλων και ταυτοτήτων μειώνει το άγχος, την απογοήτευση και τη διαταραγμένη επαφή με τους άλλους.

Οι μελέτες επιβεβαιώνουν ότι οι πολλαπλοί ρόλοι ή οι ταυτότητες ρόλων γενικά μειώνουν τα συμπτώματα ή την ψυχολογική διαταραχή. Κάποιοι ρόλοι είναι πιο ουσιώδεις και κεντρικοί στην αυτοαντίληψη του εφήβου, ειδικά αυτοί που μπορούν να ελεγχθούν από την κοινωνία ή από το υπερεγώ.

Περιστατικά, που βλάπτουν ή αφαιρούν ή απειλούν) προεξάρχουσες ταυτότητες ή αντιλήψεις, ενισχύουν τα ψυχοπαθολογικά συμπτώματα γρηγορότερα.

Κατά τη διάρκεια της εφηβείας και με αφετηρία τις σωματικές αλλαγές, η ανάπτυξη της αυτοαντίληψης και οι μεταβολές της αυτοεκτίμησης περνούν από πολλά στάδια αναδόμησης. Αργότερα (προς το τέλος της εφηβείας) θα έχουν ήδη διαμορφώσει μια νέα σταθερότερη αίσθηση της αξίας και του εαυτού τους.

Ο τομέας της εξωτερικής εμφάνισης είναι ο πρώτος – χρονικά – που θα υποστεί τις πολλές και δραματικές αλλαγές. Ο τρόπος που θα βιώσουν τις αλλαγές αυτές οι έφηβοι, ιδίως στο πρώτο στάδιο, προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό και το βαθμό και την ποιότητα της αυτοεκτίμησης.

Σημαντικότατος, γι’ αυτούς, είναι, όχι μόνο πώς βιώνουν τις αλλαγές του σώματός τους, αλλά κυρίως πώς νομίζουν ότι οι ‘γενικευμένοι άλλοι’ αποδέχονται τις αλλαγές αυτές.

Ο ‘καθρεφτιζόμενος εαυτός’ του Cooley, εδώ, είναι ρεαλιστικός και δεν δείχνει παθητικότητα, παρά μόνο επιφανειακά και στατικά ερευνώμενος, αλλά υποθάλπει μια κρυφή ‘ηφαιστειακή δραστηριότητα’. Αναζητώντας τη νέα τους ταυτότητα με σκοπό την ένταξή τους σε ευρύτερα κοινωνικά σύνολα και συνειδητοποιώντας την ύπαρξη ενός εαυτού με περισσότερα αφηρημένα στοιχεία, οι έφηβοι αναδομούν συνεχώς την προσωπικότητά τους.

Η νοητική τους εξέλιξη, μέσα από τις εμπειρίες που τώρα τις αντιλαμβάνονται διαφορετικά, τους επιτρέπει μεγαλύτερη πολλαπλότητα επιλογών, προβλεψιμότητα στις διερευνήσεις τους, εξατομίκευση της σκέψης τους, ευαισθησία.

Ενδιαφέρονται όλο και περισσότερο για τον εαυτό τους, ως δυναμικά εξελισσόμενο υποκείμενο παρατήρησης, και η αυτοεκτίμησή τους εμφανίζεται να ακολουθεί αυτή τη δυναμική. Άλλωστε στην περίοδο της εφηβείας, σύμφωνα με τον Erikson (1968), ολοκληρώνεται και η διαμόρφωση του ίδιου τους του εαυτού.

Οι έφηβοι, όμως, σήμερα βρίσκουν λιγότερες πηγές για κοινωνική και συναισθηματική υποστήριξη. Επιπρόσθετα, ένας αυξανόμενος αριθμός εφήβων βιώνει το συναισθηματικό τραύμα ενός χωρισμού, την αστάθεια που προκύπτει όταν ζει πρώτα με τον ένα από τους δύο γονείς κι έπειτα με τον άλλον ή όταν μετακινείται από σχολείο σε σχολείο, αλλά και τη μοναξιά, αποτέλεσμα της εξωτερικής εργασίας του ενός ή και των δύο γονιών για εκτεταμένες περιόδους στη διάρκεια της ημέρας.

Αποτέλεσμα τέτοιων αλλαγών είναι ότι πολλοί έφηβοι είναι λειτουργικά ανίκανοι να συγκεντρωθούν στα σχολικά τους καθήκοντα και βιώνουν ψυχολογικό πόνο και πίεση. Μέχρι να ικανοποιηθούν οι συναισθηματικές ανάγκες των παιδιών για ασφάλεια, ταυτότητα, αλλά και η αίσθηση ότι ανήκουν κάπου, είναι ανίκανα να λειτουργήσουν διανοητικά και ψυχικά.

Οι έφηβοι με χαμηλή αυτοεκτίμηση ενδιαφέρονται περισσότερο να διατηρήσουν τη δική τους αίσθηση αυτοσεβασμού παρά να προσπαθήσουν περισσότερο, για να πετύχουν. Εμπλέκονται σε αμυντικές συμπεριφορές προκειμένου να αποτρέψουν τους άλλους να καταλάβουν πόσο ανεπαρκείς και ανασφαλείς αισθάνονται.

Αυτοί οι αμυντικοί μηχανισμοί μπορεί να είναι:

  • Επανάσταση, αντίδραση, άμυνα ή εκδίκηση
  • Καχυποψία, πείραγμα και υποτίμηση των άλλων
  • Λοιδορίες προς τους άλλους, επιπολαιότητα
  • Ανευθυνότητα
  • Εκφοβισμός και απειλή
  • Απόσυρση, ντροπαλότητα, ονειροπόληση, θλίψη, έλλειψη διεκδικητικότητας
  • Φυγή, αποφυγή, εξάρτηση, σκασιαρχείο, βραδύτητα

Οι έφηβοι με χαμηλή αυτοεκτίμηση

  • Θεωρούν ότι δεν αξίζουν την προσοχή και τη φροντίδα των άλλων, αλλά ακόμα και όταν τη δέχονται την αντιμετωπίζουν καχύποπτα.
  • Επαναπαύονται, ακόμα κι αν είναι οι καταστάσεις της ζωής τους είναι προβληματικές, και προτιμούν τη διαιώνισή τους, παρά να πληρώσουν το τίμημα της αλλαγής. Οι περισσότερες νοσηρές συμπεριφορές είναι μαθημένες και πολλές φορές η αδυναμία αντιμετώπισής τους οφείλεται και στην έλλειψη θέλησης, αλλά και στα δευτερογενή οφέλη, που προκύπτουν από την διατήρησή τους, όπως για παράδειγμα η διαρκής προσοχή και το ενδιαφέρον των άλλων, η αποφυγή προκλήσεων κ.λπ.
  • Ο φόβος της απόρριψης κατατρύχει και οριοθετεί τις πράξεις τους. Όταν εμπλακούν σε κάποια συναισθηματική σχέση, γίνονται υπερβολικά ζηλόφθονες, εξαρτητικοί ή αναπτύσσουν μαζοχιστικά χαρακτηριστικά, φοβούμενοι ότι θα απολέσουν την αγάπη, που με τόση επίπονη υπέρβαση κέρδισαν. Συνήθως αυτή η συμπεριφορά εξωθεί τους υπόλοιπους να τους εγκαταλείπουν, επιβεβαιώνοντας έτσι τους αρχικούς τους φόβους.
  • Σπανίως γίνονται διεκδικητικοί. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση τους αποτρέπει από το να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, να εμπλέκονται σε συγκρούσεις, και να υπερασπίζονται τις απόψεις τους, ακόμα κι όταν έχουν το δίκιο με το μέρος τους. Πολλές φορές πίσω από τη χαμηλή αυτοεικόνα εμφωλεύει ένας λανθάνων ναρκισσισμός, δεδομένου ότι η δειλία τους προστατεύει από την έκθεση του εαυτού τους στην κρίση των άλλων.
  • Επιζητούν την επιδοκιμασία των άλλων και εξαρτούν τη διάθεσή τους από αυτήν.
  • Παρά το ότι μπορεί να διαθέτουν υψηλό δείκτη νοημοσύνης, δεν μπορούν να επιλύσουν προβλήματα κοινωνικού περιεχομένου. Είναι επιρρεπείς στο μυστικισμό και τη μοιρολατρία.
  • Πολλές φορές καταφεύγουν σε υπερωρίες στον ακαδημαϊκό ή εργασιακό τομέα, επιζητούν την υπερεπίδοση, την εξουσία ή το χρήμα, μέσα που πρόσκαιρα τους προσφέρουν ανακούφιση από την ανασφάλειά τους.
  • Ό,τι για τους υπόλοιπους δρα ως θετικός ενισχυτής, σε αυτούς είναι αδιάφορο. Είναι ανίκανοι να απολαύσουν τις μικροχαρές της ζωής, γεγονός που προοιωνίζει κατάθλιψη.
  • Αδυνατούν ή αρνούνται να αξιολογήσουν σωστά τις δυνατότητές τους και αισθάνονται αμηχανία, όταν οι άλλοι τους επαινούν.
  • Η ταυτότητα του εαυτού τους είναι απροσδιόριστη, χωρίς συνέπεια και στοχοθεσία. Υιοθετούν συμπεριφορές, για να γίνουν αρεστοί στους άλλους.
  • Έχουν χαμηλή συναισθηματική νοημοσύνη και επικοινωνιακά προβλήματα.
  • Γίνονται επιθετικοί, όταν απειληθούν, ειδικά εάν διαθέτουν υψηλή φαινομενική αυτοεκτίμηση.
  • Κάθε ματαίωση στη ζωή τους είναι πηγή ανεξέλεγκτου άγχους, μελαγχολίας και αποσυντονισμού.
  • Είναι εξαρτημένοι από την οικογένειά τους και διατηρούν τη σχέση αυτή και μετά την ενηλικίωση.
  • Εκδηλώνουν συχνά νευρωτικές συμπεριφορές, όπως ροπή προς τον αλκοολισμό, τη χαρτοπαιξία, τα ναρκωτικά, τον υπερκαταναλωτισμό, τις σεξουαλικές ακρότητες και τον ηδονισμό.

Εφηβεία και Κατάθλιψη

Η εφηβεία συχνά περιγράφεται με όρους που θα ταίριαζαν για την περιγραφή ενός καταθλιπτικού επεισοδίου.

Μιλώντας για την εφηβεία, αναφέρουμε αυθόρμητα τη λύπη, τη διέγερση, το θυμό.

Τα λογοτεχνικά έργα που αναφέρονται σε αυτή την περίοδο της ζωής περιγράφουν τη θλίψη, τον πεσιμισμό, την αυτουποτίμηση.

Η καθημερινή παρατήρηση προσφέρει πλείστα παραδείγματα εφήβων που περνούν ατέλειωτες ώρες απομονωμένοι, ξαπλωμένοι ή καθιστοί, δείχνοντας βαρεμάρα και αδιαφορία για το κάθε τι που αγγίζει η καθημερινότητα. Αν τύχει και μας εμπιστευθούν και συζητήσουν μαζί μας, διακρίνουμε αισθήματα ενοχής, ντροπής, απογοήτευσης που εναλλάσσονται με εξάρσεις πάθους και μεγαλομανίας.

Η απότομη αλλαγή της διάθεσης είναι γνωστό χαρακτηριστικό της εφηβείας, αλλά οι περισσότεροι έφηβοι παρουσιάζουν συχνά σταθερό καταθλιπτικό συναίσθημα. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί ερωτηματικά για το αν και πότε η κατάθλιψη αποτελεί μια φυσιολογική εκδήλωση της εφηβείας ή εντάσσεται στο πλαίσιο του παθολογικού και αποτελεί ψυχιατρική διαταραχή.

Τα σύγχρονα ψυχιατρικά ταξινομικά συστήματα DSM-IV και ICD 10 την τοποθετούν πλησιέστερα στην κλινική εικόνα των ενηλίκων, τονίζοντας κάποιες διαφορές. Ανάλογα με την ένταση και τη διάρκεια των συμπτωμάτων, περιγράφονται δύο βασικές κλινικές εικόνες, η μείζων καταθλιπτική διαταραχή (πιο βαριά μορφή) και η δυσθυμία (πιο ήπια μορφή).

Η βασική διαφορά από την κατάθλιψη ενηλίκων είναι ότι ο έφηβος μπορεί να παρουσιάζει ευερεθιστότητα αντί του καταθλιπτικού συναισθήματος. Γκρινιάζει συνεχώς, όλα του φταίνε, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα στις διαπροσωπικές του σχέσεις, στην οικογένεια, αλλά και στο χώρο του σχολείου.

Περιορίζει τις δραστηριότητες που συνήθως του προσφέρουν ευχαρίστηση και τις δραστηριότητες που απαιτούν σημαντική ενέργεια.

Παραπονείται για κούραση, αλλά κυρίως δείχνει μια αδιαφορία και βαρεμάρα, που αποτελεί έκφραση της ψυχοκινητικής του επιβράδυνσης. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση οδηγεί σε κρίσεις και σχόλια για τον εαυτό του, του τύπου ‘είμαι ηλίθιος, χαζός, βλάκας, αντιπαθητικός’.

Είναι συχνή και σημαντική η μείωση των σχολικών επιδόσεων, βασικό χαρακτηριστικό της κατάθλιψης στην εφηβεία. Η σχολική φοβία με έναρξη στην εφηβεία θεωρείται καταθλιπτικό ισοδύναμο. Οι διαταραχές της διαγωγής, επίσης με εικόνα ψυχοπαθητικής διαταραχής, μπορεί να αποτελούν καταθλιπτικό ισοδύναμο.

Τα συμπτώματα επιθετικότητας είναι πιο συχνά στα αγόρια, ενώ στα κορίτσια συχνότερα εμφανίζονται συμπτώματα διαταραχής της σεξουαλικής συμπεριφοράς.

Αν και η εφηβική κατάθλιψη μπορεί να αποδειχθεί μια χρόνια υποτροπιάζουσα διαταραχή και να έχει σοβαρές συνέπειες στη ζωή του παιδιού και της οικογένειας, λίγες είναι οι έρευνες που αναφέρονται στην πρόληψή της. Γενικά, είναι αποδεκτό ότι για την υγιή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού καλό είναι να αποφεύγονται οι πρώιμοι αποχωρισμοί (π.χ.

μακροχρόνια απουσία μητέρας, ταξίδια, νοσηλεία).

Η μείζων κατάθλιψη συχνά προηγείται της χρήσης ουσιών και η θεραπεία της επομένως δρα προληπτικά για την ουσιοεξάρτηση. Ορισμένες προληπτικές στρατηγικές έχουν αναπτυχθεί με κύριο σκοπό την ελάττωση του κινδύνου εμφάνισης ψυχικών διαταραχών στα παιδιά καταθλιπτικών γονέων.

Προτείνονται τόσο παρεμβάσεις υποστηρικτικές –συμβουλευτικές στους γονείς και ολόκληρη την οικογένεια, όσο και ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση για να βοηθήσει το παιδί να διαχειριστεί τις δυσκολίες που προκαλούν οι συναισθηματικές διαταραχές των γονέων.

Σημαντικό είναι επίσης να εκπαιδευτούν τα παιδιά, οι γονείς και οι δάσκαλοι στηναναγνώριση συμπτωμάτων της κατάθλιψης. Μπορούν έτσι να ζητήσουν έγκαιρα βοήθεια και να επιδείξουν καλύτερη θεραπευτική συμμόρφωση.

Η πρώιμη ανίχνευση προστατεύει το παιδί από τις μακροχρόνιες συνέπειες της κατάθλιψης, που έχουν αρνητική επίδραση στα σχολικά επιτεύγματα, επηρεάζουν τις σχέσεις με τους γονείς και τους συνομηλίκους και αυξάνουν τον κίνδυνο αυτοκτονίας στην παιδική ηλικία ή την εφηβεία.

Αυτό, που φαίνεται από πολλές έρευνες και έχει γίνει πια αποδεκτό είναι ότι όταν ένας άνθρωπος έχει τον έλεγχο της ζωής του μπορεί να αναπτύξει συμπεριφορές, που προάγουν την υγεία του και να αναστείλει αυτές που προκαλούν βλάβη.

Η ευπαθής αυτοεκτίμηση του καταθλιπτικού ατόμου μεταβάλλεται περισσότερο από τις εξωτερικές διακυμάνσεις από ότι εκείνη των ‘φυσιολογικών’. Τα άτομα που βιώνουν κατάθλιψη είναι λιγότερο ικανά να ανταμείψουν τον εαυτό τους ή να νιώσουν πληρότητα για τις ανάγκες τους, αν δεν υπάρχει εξωτερική ανταμοιβή.

Η ανάλυση του κοινωνικού πλαισίου και η σημασία του για την κατάθλιψη πρέπει να ληφθεί υπόψη με έμφαση στις ακόλουθες περιοχές:

  • Διερεύνηση της φύσης και έντασης των γεγονότων της ζωής και των αντιξοοτήτων που βιώθηκαν από τον έφηβο.
  • Κοινωνική υποστήριξη που ισοδυναμεί με ποιότητα στενών σχέσεων.
  • Κοινωνική ευπάθεια, παράγοντες που μπορεί να είναι ιδιαίτεροι σε συγκεκριμένες καταστάσεις, όπως φτωχό βιοτικό επίπεδο, ανεργία ή γενικότερες κοινωνικο – πολιτισμικές αξίες και
  • Τέλος, παρατήρηση της φάσης ζωής κατά τη διάρκεια της οποίας οι σκοποί ή οι ρόλοι αναπτύσσονται παράλληλα με τη βίωση τραυματικών γεγονότων.

Γράφει: Παπάνης Ευστράτιος, Κοινωνιολόγος

Οι συναισθηματικές τους σχέσεις είναι ασταθείς, εύθραυστες, πιεστικές. Το κάθε λεπτό ικανοποίησης το πληρώνουν αργότερα με αμφιβολία, θυμικές μεταπτώσεις, φόβο εγκατάλειψης, ανασφάλεια, πόνο. Η αυτοεικόνα τους παρουσιάζει αναπάντεχες διακυμάνσεις χωρίς προφανή αιτία.

Παρορμητικοί, ενθουσιάζονται σαν παιδιά, δίνονται ολόψυχα σε καταστάσεις, πρόσωπα, για να απογοητευθούν σύντομα. Συνυπάρχουν με το φόβο της απόρριψης, ο οποίος τους αποπροσανατολίζει, αλλοιώνει τα δεδομένα, παρερμηνεύει τα κίνητρα. Μια αθέλητη απερισκεψία από την πλευρά του φίλου, του συντρόφου, μια ασήμαντη αργοπορία σε ραντεβού, μία παράβλεψη κάποιας επετείου, μια διφορούμενη λέξη και πυροδοτείται ο τρόμος της προδοσίας. Δεν είμαι αρκετά καλός, γι’ αυτό με υποτιμούν. Η απειλή της μειονεξίας τους κάνει επιθετικούς, συγκρουσιακούς, άδικους, εκδικητικούς. Η τιμωρία για τον πταίσαντα είναι δυσανάλογη της πράξης του. Η απαξίωση για εκείνο που τους συνεπήρε, συντριπτική.

Άνθρωποι των αντιθέτων ρέπουν προς την κατάχρηση, την έξαρση, το υπερβολικό. Εύκολα εξαρτώνται, μεθούν, απέχουν ή ρισκάρουν στο σεξ, πειραματίζονται δίχως δικλείδες ασφαλείας, ακροβατούν στο παράλογο, πέφτουν σε κατάθλιψη, νιώθουν το κενό να τους περιτριγυρίζει. Και κάνουν τα πάντα για να το αποφύγουν: Θα συναντηθούν με τον πρώτο άγνωστο που τους κολάκεψε στο Facebook, θα πιουν υπερβολικά σε ένα μπαρ, θα δοκιμάσουν μία άγνωστη ουσία, θα ενδυθούν τα χαρακτηριστικά και τις προτιμήσεις του άλλου, για να τους αποδεχθεί. Αλίμονο, όμως, αν δεν ανταποκριθεί στις τυραννικές προσδοκίες τους.

Οι κυκλοθυμίες είναι έντονες, δεν βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα, αλλά σε λάθος εκτίμηση αυτών. Έρμαια της φαντασίας τους και της περίπλοκης ψυχοσύνθεσης, πρώτα ζουν συμβολικά και μεταφέρουν τις οπτασίες ή τους εφιάλτες στην καθημερινότητα. Συνηθισμένη τους έκφραση ‘ Δεν υπάρχω, όλα είναι μάταια’. Ένα ποσοστό από αυτούς θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει, μερικές φορές για να προκαλέσει το ενδιαφέρον των άλλων.
Παραδίδουν γη και ύδωρ σε όσους αγαπούν, αλλά υποφέρουν από έλλειμμα αγάπης. Λατρεύουν όσους τους δώσουν προσοχή υπό την αίρεση να είναι πάντα κοντά. Κι αν αυτό δεν γίνει εφικτό, η μεταστροφή είναι ακαριαία και απόλυτη. Εξάλλου, η δυσφορία είναι βασικό χαρακτηριστικό τους, που συνοδεύεται από άγχος, κρίσεις πανικού, αυτοτραυματισμούς και περιόδους ηρεμίας.
Αποτελούν το 2% του γενικού πληθυσμού. 75% από αυτούς είναι γυναίκες.

Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Σάββατο, 21 Μαϊος 2016 19:02

Κριτική λογοτεχνίας

Οι άνθρωποι, αγαπημένοι μου συγγραφείς ή εραστές της γραφής, καλλιτέχνες και δημιουργοί, αρέσκονται στα μετα δεδομένα κι όχι στα δεδομένα αυτά καθ´ αυτά.

Δηλαδή, περισσότερο τους κεντρίζει σε αρχικό στάδιο η γνώμη των ειδικών και μη για ένα βιβλίο, η άποψη του φίλου, που έτυχε να το διαβάσει, η δημοσίευση σε ένα περιοδικό, η κριτική, κυρίως η αρνητική, τα σχόλια σε μια ανάρτηση στο Ίντερνετ, ο κύκλος των δικών τους, παρά το ίδιο το περιεχόμενο. Ο αναγνώστης, ο ακροατής, ο καταναλωτής των πνευματικών σας τέκνων πρέπει να απορροφήσει ένα ελάχιστο πληροφοριών περί του δημιουργήματός σας και, αφού το εσωτερικεύσει, να σχηματίσει τη δική του γνώμη, που θα την πει βίωμα, μέθεξη, απόρριψη. Αν ανήκει και στους γιαλαντζί κουλτουριάρηδες, θα δημιουργήσει άθελά του νέα μετα δεδομένα για χάρη σας..
Γι αυτό οι επαγγελματίες συγγραφείς δίνουν μεγάλη σημασία στην έξωθεν καλή μαρτυρία, επειδή οι άνθρωποι δεν αντέχουν τα ακατέργαστα, αλλά αγελαία οι πιο πολλοί ακολουθούν τους διαμορφωτές γνώμης..
Κι όλα ετούτα τα έγραψα επειδή καμιά φορά αγωνίζεσθε με λάθος τρόπο να περάσετε τα μηνύματά σας κι απορείτε γιατί οι ανοησίες που γίνονται συρμός ενθουσιάζουν και η δική σας ιστορία καταδικάζεται στην αφάνεια..Το μυστικό είναι η θεατρικότητα και τα δίκτυα και φυσικά η έμπνευση και ο μόχθος..

Μύθος 1. Ο ενήλικας, που συμμετέχει σε εκπαιδευτικά προγράμματα, βρίσκεται εκεί γιατί ο ίδιος το επέλεξε. Ο ενήλικας γνωρίζει την καταλληλότερη στιγμή, κατά την οποία η μάθηση θα έχει για τον ίδιο τα πιο ευεργετικά αποτελέσματα.
Πραγματικότητα: Πολλοί ενήλικες επιλέγουν τη συμμετοχή σε εκπαιδευτικά προγράμματα όχι επειδή κινητοποιούνται από την ανάγκη για μάθηση ή γιατί ενθουσιάζονται από τα νέα γνωστικά αντικείμενα, αλλά θεωρώντας (πολλές φορές εσφαλμένα) πως έτσι θα διασφαλίσουν μόρια ή επαγγελματικά εφόδια, που θα τους χρησιμεύσουν στην αναζήτηση ή βελτίωση της εργασίας. Θύματα ενός αδηφάγου συστήματος, που απαξιώνει προσόντα ή πριμοδοτεί διαρκώς καινούρια, μπορούν να νιώσουν περισσότερο την απειλή της απέλασης από την επικαιροποιημένη ελίτ, παρά την ατόφια ανάγκη για το καινοτόμο.
Η εκπαίδευση ενηλίκων σπάνια μπορεί να αποσυνδεθεί από την αγορά εργασίας. Συνήθως ορίζεται από αυτήν, οριοθετείται από εταιρικές ανάγκες, από ελλείψεις των προγραμμάτων των ΑΕΙ ή διακυμάνσεις στις απαιτήσεις του δημοσίου τομέα. Επομένως η ελευθερία στη μεθοδολογία, την αξιολόγηση, τις θεματικές υπάρχει στη φαντασία ρομαντικών σχεδιαστών εκπαιδευτικής πολιτικής. Ακόμα και εκείνοι, που είναι απαλλαγμένοι από επαγγελματικούς περιορισμούς, ενίοτε συμμετέχουν για ενίσχυση των κοινωνικών τους δικτύων, από κεκτημένη ταχύτητα (συνήθως τα ίδια άτομα εγγράφονται ξανά και ξανά) από μοναξιά ή για να παρουσιάσουν τον εαυτό τους και τις εμπειρίες τους.
Οι ομάδες των ενηλίκων πρέπει να θεωρούνται μικτές ως προς τις αιτίες σχηματισμού τους, τη διάθεση για μάθηση, την επένδυση στην ίδια την ομάδα και την αξιοποίηση της γνώσης.

Μύθος 2. Οι ενήλικες μαθαίνουν με το δικό τους ρυθμό και τρόπο πρόσληψης πληροφοριών
Πραγματικότητα: Οι περισσότεροι αναπαράγουν και προσδοκούν τους τρόπους που φέρουν ως μνήμη από τις εποχές που ελάμβαναν επίσημη, τυπική εκπαίδευση. Αισθάνονται ασφάλεια, όταν το πλαίσιο τους θυμίζει σε γενικές γραμμές τα δεδομένα του σχολείου ή του Πανεπιστημίου, ακόμα και αν οι κανόνες, που ίσχυαν τότε ήταν εκείνοι που ευθύνονταν για την ελλιπή εσωτερίκευση της γνώσης και την παντελή αγνόηση των ατομικών διαφορών. Αυτό γίνεται επειδή η νεότητα είναι εξιδανικευμένη, συμπαρασύροντας θετικά (ή και πολλές φορές αρνητικά, αν οι μνήμες είναι απορριπτικές), όλα όσα σχετίζονται με αυτήν.

Μύθος 3. Η μάθηση στους ενηλίκους παράγεται μέσα από την παρουσίαση των εμπειριών τους.
Πραγματικότητα: Λίγοι από την υπόλοιπη ομάδα ενδιαφέρονται να ακούσουν τις εμπειρίες των άλλων και ακόμα λιγότεροι έχουν τις γνώσεις, ώστε να εξασκήσουν ενεργητική ακρόαση, που θα νοηματοδοτήσει την παρουσίαση. Αν δεν υπάρξει συγκεκριμένη εξάσκηση δεξιοτήτων επικοινωνίας, οι περισσότεροι προτιμούν να ακούν έναν εμπνευσμένο καθηγητή και λιγότερο τα βιώματα των άλλων, παρεκτός κι αν μπορούν να ταυτιστούν μαζί τους.

Μύθος 4. Η βιωματική μάθηση είναι η καλύτερη
Πραγματικότητα: Η βιωματική μάθηση και οι τεχνικές της τις πιο πολλές φορές μετατρέπονται σε επικίνδυνα, ανούσια ή ακατάλληλα παιχνίδια και σε χάσιμο χρόνου στα χέρια εκπαιδευτών, που δεν έχουν φροντίσει να διασφαλίσουν ότι η γνώση των βασικών σημείων και κανόνων μιας επιστήμης προηγείται οποιασδήποτε πρακτικής εφαρμογής της ή εάν μέσω του πειραματισμού δεν καταλήξουν στη διατύπωση θεωρίας. Είναι πάντως πιο εύπεπτη και γι αυτό προβάλλεται έντονα από τη βιομηχανία
----

Μύθος 1. Ο ενήλικας, που συμμετέχει σε εκπαιδευτικά προγράμματα, βρίσκεται εκεί γιατί ο ίδιος το επέλεξε. Ο ενήλικας γνωρίζει την καταλληλότερη στιγμή, κατά την οποία η μάθηση θα έχει για τον ίδιο τα πιο ευεργετικά αποτελέσματα.
Πραγματικότητα: Πολλοί ενήλικες επιλέγουν τη συμμετοχή σε εκπαιδευτικά προγράμματα όχι επειδή κινητοποιούνται από την ανάγκη για μάθηση ή γιατί ενθουσιάζονται από τα νέα γνωστικά αντικείμενα, αλλά θεωρώντας (πολλές φορές εσφαλμένα) πως έτσι θα διασφαλίσουν μόρια ή επαγγελματικά εφόδια, που θα τους χρησιμεύσουν στην αναζήτηση ή βελτίωση της εργασίας. Θύματα ενός αδηφάγου συστήματος, που απαξιώνει προσόντα ή πριμοδοτεί διαρκώς καινούρια, μπορούν να νιώσουν περισσότερο την απειλή της απέλασης από την επικαιροποιημένη ελίτ, παρά την ατόφια ανάγκη για το καινοτόμο.
Η εκπαίδευση ενηλίκων σπάνια μπορεί να αποσυνδεθεί από την αγορά εργασίας. Συνήθως ορίζεται από αυτήν, οριοθετείται από εταιρικές ανάγκες, από ελλείψεις των προγραμμάτων των ΑΕΙ ή διακυμάνσεις στις απαιτήσεις του δημοσίου τομέα. Επομένως η ελευθερία στη μεθοδολογία, την αξιολόγηση, τις θεματικές υπάρχει στη φαντασία ρομαντικών σχεδιαστών εκπαιδευτικής πολιτικής. Ακόμα και εκείνοι, που είναι απαλλαγμένοι από επαγγελματικούς περιορισμούς, ενίοτε συμμετέχουν για ενίσχυση των κοινωνικών τους δικτύων, από κεκτημένη ταχύτητα (συνήθως τα ίδια άτομα εγγράφονται ξανά και ξανά) από μοναξιά ή για να παρουσιάσουν τον εαυτό τους και τις εμπειρίες τους.
Οι ομάδες των ενηλίκων πρέπει να θεωρούνται μικτές ως προς τις αιτίες σχηματισμού τους, τη διάθεση για μάθηση, την επένδυση στην ίδια την ομάδα και την αξιοποίηση της γνώσης.

Μύθος 2. Οι ενήλικες μαθαίνουν με το δικό τους ρυθμό και τρόπο πρόσληψης πληροφοριών
Πραγματικότητα: Οι περισσότεροι αναπαράγουν και προσδοκούν τους τρόπους που φέρουν ως μνήμη από τις εποχές που ελάμβαναν επίσημη, τυπική εκπαίδευση. Αισθάνονται ασφάλεια, όταν το πλαίσιο τους θυμίζει σε γενικές γραμμές τα δεδομένα του σχολείου ή του Πανεπιστημίου, ακόμα και αν οι κανόνες, που ίσχυαν τότε ήταν εκείνοι που ευθύνονταν για την ελλιπή εσωτερίκευση της γνώσης και την παντελή αγνόηση των ατομικών διαφορών. Αυτό γίνεται επειδή η νεότητα είναι εξιδανικευμένη, συμπαρασύροντας θετικά (ή και πολλές φορές αρνητικά, αν οι μνήμες είναι απορριπτικές), όλα όσα σχετίζονται με αυτήν.

Μύθος 3. Η μάθηση στους ενηλίκους παράγεται μέσα από την παρουσίαση των εμπειριών τους.
Πραγματικότητα: Λίγοι από την υπόλοιπη ομάδα ενδιαφέρονται να ακούσουν τις εμπειρίες των άλλων και ακόμα λιγότεροι έχουν τις γνώσεις, ώστε να εξασκήσουν ενεργητική ακρόαση, που θα νοηματοδοτήσει την παρουσίαση. Αν δεν υπάρξει συγκεκριμένη εξάσκηση δεξιοτήτων επικοινωνίας, οι περισσότεροι προτιμούν να ακούν έναν εμπνευσμένο καθηγητή και λιγότερο τα βιώματα των άλλων, παρεκτός κι αν μπορούν να ταυτιστούν μαζί τους.

Μύθος 4. Η βιωματική μάθηση είναι η καλύτερη
Πραγματικότητα: Η βιωματική μάθηση και οι τεχνικές της τις πιο πολλές φορές μετατρέπονται σε επικίνδυνα, ανούσια ή ακατάλληλα παιχνίδια και σε χάσιμο χρόνου στα χέρια εκπαιδευτών, που δεν έχουν φροντίσει να διασφαλίσουν ότι η γνώση των βασικών σημείων και κανόνων μιας επιστήμης προηγείται οποιασδήποτε πρακτικής εφαρμογής της ή εάν μέσω του πειραματισμού δεν καταλήξουν στη διατύπωση θεωρίας. Είναι πάντως πιο εύπεπτη και γι αυτό προβάλλεται έντονα από τη βιομηχανία
Ευστράτιος Παπάνης

Οι οικογενειακοί θεραπευτές έχουν εισαγάγει μια πλειάδα τεχνικών, οι οποίες αντανακλούν πολλές φορές το θεωρητικό πλαίσιο του συμβούλου. Αρκετές από αυτές περιγράφονται και στην κλασική συμβουλευτική διαδικασία, αλλά έχουν τροποποιηθεί κατάλληλα, ώστε να ενσωματώσουν τις βασικές αρχές της συστημικής θεώρησης.

Στο παρόν κεφάλαιο, θα παρουσιάσουμε αρκετές από αυτές, παροτρύνοντας τον αναγνώστη να μην τις χρησιμοποιήσει ασύνδετα και αποσπασματικά, αλλά να τις εντάξει στο ευρύτερο πλάνο της παρέμβασής του και να τις προσαρμόσει στις ιδιαιτερότητες του θεραπευόμενου και των οικείων του.

1. Φωτογραφίες της οικογένειας: Ο σύμβουλος ζητά από τους θεραπευόμενους να ξεχωρίσουν, ο καθένας ξεχωριστά, φωτογραφίες από τις κοινές οικογενειακές ή συντροφικές στιγμές και να τις κατατάξει σε ένα πραγματικό ή ψηφιακό άλμπουμ, σύμφωνα με κάποια συναισθηματικά ή λογικά κριτήρια, που έχουν τεθεί και συζητηθεί από πριν. Για παράδειγμα, μια συστάδα φωτογραφιών μπορεί να περιγράφει τις ανέμελες στιγμές, τις προσδοκίες εκείνης της εποχής, τα σχέδια και το ευρύτερο βιογραφικό πλαίσιο. Μια άλλη ομάδα ενδεχομένως να αφορά την προσθήκη ενός νέου μέλους στην οικογένεια και τα συνεπακόλουθα συναισθήματα. Ο σύμβουλος συζητά τους λόγους επιλογής των συγκεκριμένων φωτογραφιών, την αναγνώριση και την εξέλιξη των συναισθημάτων, προτρέπει για χρονικές αντιστροφές, ώστε να φωτιστούν κάποια σημαντικά γεγονότα, εστιάζει σε πρόσωπα που έχουν χαθεί, αλλά επηρέαζαν ή επιδρούν ακόμα στις δυναμικές της οικογένειας, ανακαλύπτει διαδικασίες και ιεροτελεστίες των ενδιαφερομένων, αποκαλύπτει αλλοτινούς και τωρινούς ρόλους, λειτουργικές και αδόκιμες συμπεριφορές, διαφωτίζει το παρόν με αφορμή το παρελθόν και την ιστορία, που διηγούνται οι φωτογραφίες ή τα βίντεο.
2. Αναπλαισίωση: Η γνωστική ψυχολογία έχει διαπιστώσει ότι εάν η ερμηνευτική των καταστάσεων ή συμπεριφορών τοποθετηθεί σε ένα διαφορετικό θετικό πλαίσιο, μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στο γενικότερο τρόπο σκέψης, βοηθώντας τα ζευγάρια και τις οικογένειες να αναπροσδιορίσουν τις δυναμικές και να αναθεωρήσουν στερεότυπα και προκαταλήψεις. Ο ελεγκτικός προς τη σύζυγο σύντροφος μπορεί να θεωρηθεί δυναστικός, αλλά μια προσεκτικότερη ανάλυση θα αποκαλύψει μαθημένη ανασφάλεια ή και ενδιαφέρον. Η υπερπροστατευτική μητέρα ενδεχομένως να αναπαράγει καταστάσεις, που βίωσε στην οικογένεια καταγωγής ή να προσπαθεί να αποφύγει την παραμέληση, που είχε ζήσει η ίδια.
3. Έλεγχος συναισθήματος: Αυτή η παράδοξη τεχνική αποσκοπεί στην κατανόηση των συνεπειών ενός αρνητικού συναισθήματος πάνω στους άλλους με τον εκούσιο και προγραμματισμένο χειρισμό του από τον συμβουλευόμενο. Για παράδειγμα, ο θεραπευτής ζητά από τον πελάτη να επιδείξει αγχωτική ή υπερπροστατευτική συμπεριφορά προς κάποια πρόσωπα, έχοντας προκαθορίσει το πλαίσιο, τη χρονική διάρκεια και την κλιμάκωση του ρόλου. Ο πελάτης, για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στη διαδικασία, πρέπει να μελετήσει και να προβάρει το συναίσθημα, να εξασκηθεί στην αυτοπαρατήρηση και στην καταγραφή των αντιδράσεων των άλλων και να εξηγήσει τα κίνητρα, τις θετικές και αρνητικές επιπτώσεις, καθώς και τη λειτουργικότητα της συμπεριφοράς στην επίλυση προβλημάτων ή στην πρόκληση συγκρούσεων. Σε μια άλλη παραλλαγή, ο θεραπευτής μπορεί να συστήσει αναποφασιστικότητα και αναβολή όλων των σημαντικών συζητήσεων μεταξύ των ενδιαφερομένων, ώστε να γίνει κατανοητή η συνεπακόλουθη περιπλοκότητα, που αποδομεί την οικογενειακή συνοχή, διαιωνίζει τα λανθάνοντα συναισθήματα και ενισχύει τις παρανοήσεις.
4. Εξάσκηση επικοινωνιακών δεξιοτήτων: Ο θεραπευτής εκπαιδεύει τα μέλη της οικογένειας στην ενεργητική ακρόαση, στην αντανάκλαση συναισθήματος (ανακάλυψη, προβολή και ερμηνεία των συναισθημάτων, που κρύβονται πίσω από περιστατικά και καταστάσεις), στην παράθεση επιχειρημάτων με τη σειρά, χωρίς διακοπές και περισπασμούς, στη θέσπιση κανόνων διαλόγου, στην ανάπτυξη θέσεων της αντίθετης πλευράς, στην ιδεοθύελλα, στην ιεράρχηση και επίλυση προβλημάτων.
5. Καθιέρωση περιόδων αλληλεγγύης και φροντίδας: Δεδομένου ότι η ρουτίνα, οι ιεροτελεστίες, η ανία και η προβλεψιμότητα είναι οι μέγιστοι αντίπαλοι του πόθου, της έκπληξης, του απρόσμενου, της ηδονής και της λαγνείας, ο σύμβουλος προτρέπει στην από κοινού οργάνωση ημερών αλληλοκατανόησης, διαφορετικότητας, πρόκλησης και ερωτικού παιχνιδιού, συνήθως σε πλαίσια που σε τίποτα δεν θυμίζουν τις τετριμμένες διαδικασίες (ταξίδια, αλλαγή χώρου, τροποποίηση ωραρίων κλπ).
6. Η τεχνική της άδειας καρέκλας: Ο σύμβουλος τοποθετεί μια άδεια καρέκλα και παροτρύνει τους θεραπευόμενους να εκφράσουν τα συναισθήματά τους προς το φανταστικό συνομιλητή, που κάθεται εκεί. Έπειτα ο πελάτης κάθεται κι αυτός και επιχειρεί να απαντήσει σε όσα πριν ο ίδιος εξέφρασε.
7. Οικογενειακός σχεδιασμός: Ο θεραπευτής συνδράμει τα μέλη της οικογένειας στην αναπαράσταση σκηνικών, συνήθως συγκρουσιακών, στο παίξιμο ρόλων και έπειτα ζητά την τροποποίηση της σκηνοθεσίας, ανάλογα με τις επιθυμίες του καθενός από τα μέλη. Έτσι διδάσκεται ο σχεδιασμός και ο επαναπροσδιορισμός των αναγκών, ενώ φωτίζονται πλευρές, που είχαν αποσιωπηθεί στην πραγματικότητα.
8. Το οικογενειακό δέντρο ή γενεόγραμμα: Με τη χρήση συμβόλων καταγράφεται η ιστορία, οι σημαντικές ημερομηνίες και τα κρίσιμα γεγονότα στη διαχρονική πορεία τριών γενεών. Ανακαλύπτονται σχήματα, που έχουν μεταβιβαστεί, πρότυπα και επαναλήψεις καταστάσεων, μέλη και συμβάντα, που αποτέλεσαν σταθμό στη διαμόρφωση της οικογενειακής ταυτότητας, προσδοκίες, που δεν ευτύχησαν της πραγμάτωσης, ματαιώσεις και μελλοντικές προβολές στα παιδιά.

* Ο Ευστράτιος Παπάνης είναι επίκουρος καθηγητής Κοινωνιονολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Τα κοινωνικά δίκτυα είναι μικρότερα σε άτομα με διαταραχές ψυχικής υγείας, ενώ η κοινωνική υποστήριξη και δικτύωση, καθώς και η ποιότητά τους επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα των παρεμβατικών και θεραπευτικών προγραμμάτων.

Σε έρευνα των Farmer και Hollowell (1994), σε δείγμα 20 μαθητών με κοινωνικο-συναισθηματικές δυσκολίες και μικρό δίκτυο κοινωνικών δικτυώσεων και 16 συμμαθητών τους χωρίς κάποια ψυχοκοινωνική δυσκολία διαφάνηκε ότι οι πρώτοι είχαν μεγαλύτερο βαθμό επιθετικότητας και διαταρακτικότητα και χαμηλότερα επίπεδα συνεργασίας από τα γενικής εκπαίδευσης. Επιπλέον, η έρευνα για την κοινωνιομετρική θέση και την αποδοχή από τους συνομηλίκους των μαθητών έχει δείξει ότι οι σχέσεις με τους συνομηλίκους συσχετίζονται με τις ακαδημαϊκές επιδόσεις των μαθητών στο σχολείο. Οι μαθητές που δεν γίνονται αποδεκτοί από τους συμμαθητές τους τείνουν να έχουν χαμηλή ακαδημαϊκή επίδοση και να εγκαταλείπουν το σχολείο. Επιπλέον δεδομένα μακροχρόνιων ερευνών έχουν δείξει ότι η απόρριψη από τους συνομηλίκους προβλέπει τη μετέπειτα μείωση στην ακαδημαϊκή επίδοση, ενώ η δημιουργία νέων φίλων στην τάξη συνδέεται με αύξησή της. Η μείωση ή η εξάλειψη των κοινωνικών δικτύων οδηγεί στον κοινωνικό αποκλεισμό.

Ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι η συσσώρευση αθροιστικών διαδικασιών, που απομακρύνουν σταδιακά άτομα, ομάδες, κοινότητες και περιοχές οδηγώντας τες σε δυσμενή θέση σε σύγκριση με τα κέντρα εξουσίας, τους πόρους και τις επικρατούσες αξίες. Ο αποκλεισμός από τα δίκτυα μειώνει τις δυνατότητες των ατόμων να αντιμετωπίσουν το άγχος, να αποκτήσουν κοινωνική ταυτότητα, να λάβουν συναισθηματική στήριξη ή υλική βοήθεια και να αποκτήσουν πρόσβαση σε υπηρεσίες και πληροφορίες. Για τους μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες η κοινωνική υποστήριξη από τους σημαντικούς άλλους τους και η δημιουργία κοινωνικών δικτυώσεων έχει ιδιάζουσα σημασία, καθώς διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, τόσο στην σχολική τους επίδοση, όσο και στην κοινωνικο-πολιτιστική τους ένταξη. Η εκπαιδευτική διαδικασία διευκολύνει την κοινωνική ένταξη των ατόμων με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες (ΕΕΑ) και μειώνει τα προβλήματα συμπεριφοράς.

Οι εκπαιδευτικοί έχουν μια θέση ισχύος μέσα στη διαδικασία του εκπαιδευτικού συστήματος και οι νοηματοδοτήσεις, καθώς και οι στερεοτυπικές αντιλήψεις τους για τα κοινωνικά φαινόμενα και τους δρώντες μέσα σε αυτό επηρεάζουν την αλληλεπίδρασή τους με τους μαθητές και συμβάλλουν στη δημιουργία κατηγοριοποιήσεων και κοινωνικά αποκλεισμένων από το εκπαιδευτικό γίγνεσθαι. Οι απόψεις του εκπαιδευτικού για την ατομικότητα και την εικόνα του ατόμου με ΕΕΑ και η ενημέρωσή του για τους περιβαλλοντικούς μηχανισμούς (διάδραση μαθητών, κοινωνική δομή τάξης – σχολείου) επηρεάζουν την αλληλεπίδραση μαζί τους. Γενικότερα ο εκπαιδευτικός, συνειδητά ή και ασυνείδητα διαμορφώνει κάποια αντίληψη για τις δυνατότητες του κάθε παιδιού κι έχει κάποιες προσδοκίες για την απόδοσή του, οι οποίες συνήθως επιβεβαιώνονται από την πραγματική συμπεριφορά του παιδιού, μέσω του φαινομένου της αυτοεκπληρούμενης προφητείας (Herbert, 1996). Οι μαθητές που επιτυγχάνουν στο σχολείο είναι αυτά που ανταποκρίνονται κατά αποδεκτό τρόπο στις αξίες και σε αυτά που εκφέρει μέσω του λόγου ή της συμπεριφοράς του ο εκπαιδευτικός, ενώ όσοι αποτυγχάνουν δεν είναι σε θέση να υλοποιήσουν το ίδιο, λόγω πολιτισμικού κεφαλαίου ή γνωστικής διαφοροποιήσεις με τις εννοιολογήσεις του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος.

Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Η κοινωνική ανάπτυξη, σε αντιδιαστολή προς την οικονομική, δίνει έμφαση στην ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Στηρίζεται στην κοινωνική δικαιοσύνη και στη δίκαιη κατανομή των πόρων. Βασική της αρχή είναι η προσωπική ευθύνη των κοινωνικών ομάδων και πολιτών για την εξέλιξη και πρόοδό τους.

Η κοινωνική ανάπτυξη βασίζεται στην αξιοποίηση των εγγενών δυνάμεων και ικανοτήτων των ατόμων, των οικογενειών τους και της κοινότητας. Αναφέρεται στην ενεργό συμμετοχή όλων των μακρο-συστημάτων (υγεία, στέγαση, εκπαίδευση, πρόνοια, πολιτική και οικονομία) με σκοπό την καταπολέμηση της φτώχειας μέσω πολλαπλών στρατηγικών. Σέβεται και προστατεύει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ισότητα. Προσανατολίζεται στην ενίσχυση της ποιότητας ζωής, στην αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και στην οικοδόμηση ισορροπημένων και σταθερών κοινοτήτων που αλληλεπιδρούν αρμονικά μεταξύ τους.
Η επίτευξη κοινωνικής ανάπτυξης απαιτεί την υπέρβαση τριών βασικών εμποδίων: της φτώχειας, της ανεργίας, του κοινωνικού αποκλεισμού και της περιθωριοποίησης. Η κοινωνική ανάπτυξη μεταθέτει την προσοχή από την κατασταλτική στην προληπτική παρέμβαση με έμφαση στην εκπαίδευση. Ουσιαστικά, πρόκειται για την προσωπική ανάπτυξη που αθροιστικά εξασφαλίζει την κοινωνική πρόοδο. Για να καταστεί βιώσιμη, θα πρέπει ο σχεδιασμός της να βασίζεται σε ενέργειες των πολιτών, οι οποίες θα τη διαιωνίζουν μέσω της συμμετοχικότητας, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τους περιβαλλοντικούς περιορισμούς και τη σαφή γνώση των αναγκών τους. Για να υπάρχει αντιστοιχία των αναπτυξιακών στόχων με τις αξίες μιας συγκεκριμένης κοινότητας, θα πρέπει τα μέλη της να συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, στους κοινωνικούς μετασχηματισμούς και στον επιμερισμό της εξουσίας. Είναι απαραίτητη η κοινωνική ενδυνάμωση, που μπορεί να επιτευχθεί μέσω της εκπαίδευσης των πολιτών και της ενίσχυσης των διαπραγματευτικών τους ικανοτήτων.
Η ικανότητα των τοπικών παραγόντων να αντιμετωπίζουν αυτόνομα τα θέματα που τους αφορούν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης. Μία κοινότητα που μπορεί να οργανώσει τις συλλογικές δράσεις της, να επιλύσει τις τυχόν διαφορές που παρουσιάζονται στα πλαίσιά της, να παίξει το ρόλο του διαμεσολαβητή και του ηγέτη με στόχο ένα κοινό όραμα είναι βέβαιο ότι μπορεί να αναπτυχθεί. Κύριο μέσο για το σκοπό αυτό αποτελεί η οργάνωση κοινοπραξιών και η προσαρμογή των θεσμικών δομών, οι οποίες συμβάλλουν στην κοινοτική αυτονομία και στη σύνδεση τοπικών, περιφερειακών και εθνικών αρχών.
Η αυξανόμενη κινητικότητα του κεφαλαίου, του εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, των πληροφοριών, των αγαθών και των υπηρεσιών στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης προοιωνίζουν μία ασταθή βάση ανάπτυξης. Για το λόγο αυτό, η ανάπτυξη μίας περιοχής πρέπει να βασίζεται στους σταθερούς πόρους της: το κοινωνικό, πολιτισμικό, περιβαλλοντικό κεφάλαιο και την τοπική κοινωνία της γνώσης.
Συνεπώς, τοπική ανάπτυξη μπορεί να θεωρηθεί η διαδικασία οικονομικής ανάπτυξης και διαρθρωτικών αλλαγών, η οποία οδηγεί σε βελτίωση του επιπέδου ζωής του τοπικού πληθυσμού και έχει οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική και πολιτικο-διοικητική διάσταση. Οι δράσεις που αναπτύσσονται έχουν τέτοια μορφή, ώστε να αντιμετωπίζουν την κάθε χωρική ενότητα με διαφορετικό τρόπο, σύμφωνα με το επίπεδο ανάπτυξης της τοπικής οικονομίας, της δομής και λειτουργίας του παραγωγικού συστήματος, της αγοράς εργασίας και των χαρακτηριστικών που προσδιορίζουν την τοπική κουλτούρα.

Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Τρίτη, 17 Μαϊος 2016 19:30

Κοινωνικός Αποκλεισμός

Tο δέκατο ένατο αιώνα ο εκσυγχρονισμός και η εκβιομηχάνιση κα-τέληξαν σε ένα νέο είδος φτώχειας, που επέφερε σημαντικές αλλαγές στην εργατική τάξη.

Οι κοινωνικές εντάσεις άρχισαν να απειλούν την κοινωνική τάξη, ενώ άρχισαν να θεσμοθετούνται νέα μέτρα, όπως η εργοστασιακή νομοθεσία, η κοινωνική ασφάλιση και η θεσμοθέτηση των βιομηχανικών σχέσεων, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι εν λόγω κοινωνικές εντάσεις. Τα μέτρα αυτά αποτέλεσαν τις αρχές της ίδρυσης του κράτους πρόνοιας. O όρος κοινωνικός αποκλεισμός χρησιμοποιήθηκε στην αρχή της δεκαετίας του 70 για να αναφερθεί στα άτομα εκείνα που δεν προστατεύονταν από το κράτος πρόνοιας και θεωρούνταν κοινωνικά παρείσακτα. Οι κοινωνικά α-ποκλεισμένοι αποτελούσαν τα άτομα με βιολογικές και ψυχολογικές ανα-πηρίες, τους ηλικιωμένους, τους χρήστες ναρκωτικών, τους εγκληματίες, τους αυτοκτονικούς κτλ.
Στις δεκαετίες του ’70 και ’80, η παγκοσμιοποίηση και η νέα τάση προς την ιδιωτικοποίηση και τη μείωση παροχής των κρατικών υπηρεσιών, καθώς και η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας οδήγησαν σε αύξηση της μακροχρόνιας ανεργίας, καθώς και αστάθεια των κοινωνικών σχέσεων. Αναγνωρίστηκε ότι η απασχόληση δεν σχετιζόταν μόνο με το εισόδημα, αλλά και με την απόκτηση κοινωνικών δικτύων και με την αίσθηση της αυταξίας. Οι άνεργοι αποκλείονταν από τη συμμετοχή στις φυσιολογικές δραστηριότητες της κοινωνίας.
Κοινωνικός αποκλεισμός είναι η συσσώρευση αθροιστικών διαδι-κασιών με διαδοχικές ανακολουθίες του οικονομικού, του πολιτικού και κοινωνικού ιστού, που απομακρύνουν σταδιακά άτομα, ομάδες, κοινότητες και περιοχές οδηγώντας τα σε δυσμενή θέση σε σύγκριση με τα κέντρα ε-ξουσίας, τους πόρους και τις επικρατούσες αξίες.
Το Παρατηρητήριο των Ευρωπαϊκών Επιτροπών για τις Εθνικές Πολιτικές συνδέει τον κοινωνικό αποκλεισμό με τα κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών, με ένα συγκεκριμένο βασικό βιοτικό επίπεδο και με τη συμ-μετοχή σε σημαντικές κοινωνικές και επαγγελματικές ευκαιρίες της κοινω-νίας.
Το Κέντρο Ανάλυσης του Κοινωνικού Αποκλεισμού στη Μ. Βρε-τανία κάνει διαχωρισμό ανάμεσα στον εκούσιο και ακούσιο αποκλεισμό (Βurchardt et al., 1999). Διάφοροι μελετητές έχουν κατά καιρούς ορίσει τον κοινωνικό αποκλεισμό:
Ο Le Grand θεωρεί ότι ένα άτομο είναι κοινωνικά αποκλεισμένο, εάν α) είναι κάτοικος μίας περιοχής, αλλά β) για λόγους που είναι πέρα από τον έλεγχό του δεν μπορεί να συμμετέχει στις συνήθεις δραστηριότητες της συγκεκριμένης κοινωνίας, αν και γ) θα ήθελε να συμμετέχει.
Ο Βarry (1998) περιόρισε τον παραπάνω ορισμό, υποστηρίζοντας ότι, αν και συχνά ορισμένα άτομα ή ομάδες εθελουσίως προκρίνουν να μη συμμετέχουν, εντούτοις η απόφαση αυτή είναι αποκύημα μιας λανθάνου-σας εντύπωσης ότι η συμμετοχή τους δεν θα εκτιμηθεί από τους υπόλοι-πους ανθρώπους. Επομένως, αποκλεισμός υφίσταται μόνο, εάν η κοινωνία πραγματικά αρνείται τη συμμετοχή.
Ο Amartia Sen διευρύνει την έννοια της φτώχειας εισάγοντας την έννοια της δυνατότητας. Συνδυάζει την έλλειψη εισοδημάτων με απουσία δυνατοτήτων να αποκτήσει ένα άτομο εισοδήματα ή να συμμετάσχει σε δραστηριότητες, που θα του προσφέρουν δυνατότητες για κοινωνική ενσω-μάτωση.
Ο Burchardt (2000) υποστηρίζει ότι ένα άτομο είναι κοινωνικά α-ποκλεισμένο, εάν δεν συμμετέχει σε λογικό βαθμό σε συγκεκριμένες δρα-στηριότητες της κοινότητάς του και αυτό οφείλεται σε αίτια που είναι πέρα από τον έλεγχό του, αν και θα ήθελε να συμμετέχει. Σε σχετική εμπειρική έρευνα, οι Burchardt et al. διέγνωσαν πέντε είδη δραστηριοτήτων, στις ο-ποίες οφείλει να συμμετέχει κάθε άτομο: στην κατανάλωση, στην αποταμί-ευση, στην παραγωγή, στην πολιτική δραστηριοποίηση και στην κοινωνική δράση.
Ο Atkinson (1998) προτείνει κάποιες διαστάσεις του κοινωνικού αποκλεισμού. Συγκεκριμένα θεωρεί ότι πρόκειται για έναν πολυδιάστατο όρο – ο κοινωνικός αποκλεισμός περιλαμβάνει πολύ περισσότερες πτυχές από μια απλή χρηματοοικονομική θεώρηση. Ο αποκλεισμός μπορεί να πε-ριγραφεί καλύτερα, όταν συμπεριληφθούν όλες οι διαστάσεις αυτές και κυρίως οι σχέσεις μεταξύ τους. Είναι έννοια αλληλεπιδραστική – παραδο-σιακά ο κοινωνικός αποκλεισμός αναφερόταν ως κατάσταση, που περιέ-γραφε την απομόνωση των νοικοκυριών και την ανικανότητα πρόσβασής τους σε πόρους. Σταδιακά όμως έγινε αντιληπτό ότι μια τέτοια ατομικιστι-κή προσέγγιση δεν λάμβανε υπόψη την αδυναμία της κοινότητας να παρά-σχει επιλογές και δυνατότητες στα νοικοκυριά που κινδύνευαν. Η Αγγλο-σαξονική Σχολή, επηρεασμένη από το φιλελευθερισμό, θεωρεί ότι η φτώ-χεια είναι αποτέλεσμα ατομικής ευθύνης και μέλημα της κοινωνικής πολι-τικής είναι να δώσει ίσες ευκαιρίες στον κάθε πολίτη, για να επιβιώσει σε μια ανταγωνιστική κοινωνία. Αντίθετα, η Γαλλική Σχολή θεωρεί ότι ο κοι-νωνικός αποκλεισμός είναι η διαδικασία απόσπασης από την κοινωνική ιεραρχία και σκοπός της κοινωνικής πολιτικής είναι η κοινωνική ενσωμά-τωση.
Ο κοινωνικός αποκλεισμός βασίζεται στη σχετικότητα (relativity) – την ιδέα ότι ο αποκλεισμός μπορεί να διαγνωσθεί συγκρίνοντας τις συνθή-κες μερικών ατόμων (ή ομάδων) σε σχέση με άλλα σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Οι άνθρωποι μπορεί ακόμα να αποκλείονται από τη δράση ορι-σμένων φορέων. Τα χαρακτηριστικά του αποκλεισμού μπορεί να γίνουν εμφανή μόνο με την πάροδο του χρόνου, ως μια συσσωρευμένη αντίδραση. Έμφαση δίνεται όχι μόνο στα αποτελέσματα της φτώχειας και στις πιθανό-τητές της, αλλά και στην έλλειψη προοπτικών για το μέλλον. Ο κοινωνικός αποκλεισμός νοείται ως διαδικασία και όχι ως στατικό αποτέλεσμα. Έμφα-ση επομένως δίνεται στην άρση των αιτίων του και όχι στην ενίσχυση ορι-σμένων κοινωνικών ομάδων. Η έρευνα πρέπει να αποτυπώνει τις διεξόδους από τη φτώχεια και τις αιτίες που οδηγούν σε αυτή.
Οι Χτούρης, Ζήση, Παπάνης και Ρόντος (2004) προτείνουν την α-ναγνώριση των σύνθετων (ανταγωνιστικών) διαδικασιών, στις οποίες ε-γκλωβίζεται το άτομο στη διάρκεια της κοινωνικοποίησής του, της εκπαι-δευτικής διαδικασίας ή της ενσωμάτωσής του στην αγορά εργασίας. Οι δι-αδικασίες αυτές έχουν σχέση με: α) τις αντιθέσεις ανάμεσα στην προσπά-θεια κοινωνικής ανέλιξης της συνολικής οικογένειας και τις ατομικές προ-σπάθειες, β) την αντίθεση ανάμεσα στην οικογενειακή οργάνωση παραγω-γής και την αδιαφάνεια του τραπεζικού συστήματος, την έλλειψη υποδο-μών και την απουσία συστημάτων στήριξης των επιχειρήσεων, γ) τις δυ-σκολίες πρόσβασης και επικοινωνίας, της εσωστρέφειας του οικογενειακού θεσμού, δ) την αντίθεση ανάμεσα στις δυσλειτουργίες των δημόσιων θε-σμών και την ισχυρή παρεμβατική τους λειτουργία, καθώς και το συγκε-ντρωτικό τρόπο οργάνωσης.
Σύμφωνα με τον Levitas (1999), υπάρχουν τρεις προσεγγίσεις του κοινωνικού αποκλεισμού:
α) η ολιστική προσέγγιση (integrationist), κατά την οποία η απα-σχόληση θεωρείται ως η βασική δύναμη ενσωμάτωσης μέσω του εισοδή-ματος, της αίσθησης ταυτότητας και αυταξίας, που προσφέρει η εργασία, και των δικτύων.
β) η προσέγγιση της φτώχειας (poverty), κατά την οποία τα αίτια του αποκλεισμού συσχετίζονται με χαμηλό εισόδημα και την έλλειψη υλι-κών πόρων.
γ) η προσέγγιση των χαμηλών στρωμάτων (underclass), η οποία θεωρεί ότι οι αποκλεισμένοι παρεκκλίνουν από τις ηθικές και πολιτισμικές νόρμες της κοινωνίας, χαρακτηρίζονται από μία «κουλτούρα φτώχειας» ή «εξάρτησης» και ευθύνονται για την κατάσταση φτώχειας, στην οποία βρί-σκονται, καθώς και τη μετάδοσή της από γενιά σε γενιά.
Σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Κοινωνική Ενσωμά-τωση (ΕΣΔΕΝ), ως κοινωνικά αποκλεισμένοι θεωρούνται: α) οι δικαιούχοι ΕΚΑΣ, β) οι υπερήλικες ανασφάλιστοι, γ) οι ανάπηροι, δ) οι πολύτεκνοι χαμηλών εισοδημάτων, ε) οι τσιγγάνοι, στ) οι μειονοτικές ομάδες, ζ) οι ά-νεργοι με ιδιαίτερα προβλήματα και η) κάθε άλλη κοινωνική ομάδα που στη φάση ανάπτυξης των κοινωνικοασφαλιστικών δομών δεν είχε γεωγρα-φικά, θεσμικά και χρονικά τη δυνατότητα κοινωνικής ενσωμάτωσης.
Οι προϋποθέσεις άσκησης επιτυχούς κοινωνικής πολιτικής είναι: η επαρκής χρηματοδότηση, οι διαρθρωτικές αλλαγές, η καινοτομία, οι στο-χευμένες παρεμβάσεις και οι υπηρεσίες υψηλής ποιοτικής στάθμης.
Οι βασικότεροι δείκτες κοινωνικού αποκλεισμού φαίνονται στον πίνακα 1.

Οι δείκτες κοινωνικού αποκλεισμού μπορούν να κατανεμηθούν με δύο τρόπους: είτε ανάλογα με τους τομείς από τους οποίους αποκλείονται τα άτομα ή οι ομάδες (κάθετος αποκλεισμός) είτε αναφορικά με τη μορφο-λογία και διάρθρωση της κοινωνίας, δηλαδή με τις λεγόμενες «ευάλωτες ομάδες» (οριζόντιος αποκλεισμός):
1) παιδιά – νέοι – ηλικιωμένοι (ηλικιακές κατηγορίες)
2) γυναίκες (φύλο)
3) Άτομα εκτός εκπαιδευτικής διαδικασίας
4) Α.μ.Ε.Α.
5) εθνικές μειονότητες
6) μετανάστες/παλιννοστούντες
7) μονογονεϊκές οικογένειες
8) κάτοικοι υπαίθρου – γεωγραφικά αποκλεισμένοι
9) άνεργοι
10) τσιγγάνοι
11) ανήλικοι παραβάτες

Β.1.1 Ανάλυση βασικών δεικτών κοινωνικού αποκλεισμού

Χαμηλό εισόδημα
Το χαμηλό εισόδημα είναι ο κυριότερος δείκτης κοινωνικού απο-κλεισμού, καθώς συνδέεται με μικρό προσδόκιμο μέσο όρο ζωής, έλλειψη συμμετοχής στα κοινωνικά δρώμενα, περιθωριοποίηση και αποκλεισμό από την πλειονότητα των παροχών. Πέρα από τα όρια φτώχειας, που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι μελλοντικοί δείκτες πρέπει να καταγράφουν την εμμονή σε επίπεδα χαμηλού εισοδήματος και τη χρονική διάρκεια πα-ραμονής σε αυτήν την κατάσταση, την πιθανότητα εξόδου από τις χαμηλές εισοδηματικές τάξεις, την προσωπική εκτίμηση των πολιτών για τις οικο-νομικές τους δυσκολίες, τον αριθμό των ατόμων που βασίζουν την επιβίω-σή τους σε επιδόματα και τη γεωγραφική κατανομή της φτώχειας.
Ο ορισμός του Townsend για τη φτώχεια αναφέρεται σε άτομα, οι-κογένειες και ομάδες που δεν διαθέτουν τους πόρους, για να ακολουθήσουν έναν τρόπο διαβίωσης, δεν δύνανται να συμμετέχουν σε δραστηριότητες μιας κοινότητας και δεν διαθέτουν τις συνθήκες διαβίωσης και τις ανέσεις που είναι συνηθισμένες ή εγκρίνονται από τις κοινότητες. Οι πόροι τους είναι κάτω του ορίου που θεωρείται μέσος όρος. (Townsend, 1979).
Σύμφωνα με το ΕΣΔΕΝ, οι ηλικιωμένοι είναι η ομάδα με τη μεγα-λύτερη οικονομική επισφάλεια.
Η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθε-ση για την παρεμπόδιση και την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλει-σμού, αλλά ορισμένα είδη οικονομικής ανάπτυξης μπορούν να προκαλέ-σουν αποκλεισμό, όταν τα οφέλη της μονοπωλούνται από συγκεκριμένες ομάδες.
Η κοινωνική ενσωμάτωση και ευημερία αναφέρεται στη δυνατότη-τα των πολιτών να εκδηλώνουν πλήρως τις δυνατότητές τους στον επαγ-γελματικό τομέα. Ο αποκλεισμός από την αγορά εργασίας, η υποαπασχό-ληση και η ανεργία μπορεί να έχουν αρνητικές συνέπειες στη φυσική και ψυχολογική υγεία. Ευάλωτες ομάδες υπό αυτήν την έννοια είναι οι μόνοι γονείς, τα άτομα με αναπηρίες, οι άνεργοι άνω των 45 ετών, οι νεοεισερχό-μενοι στον επαγγελματικό στίβο κτλ. Οι δείκτες που χρησιμοποιούνται εί-ναι το ποσοστό των ατόμων σε ηλικία για εργασία που είναι αποκλεισμένα από αυτήν, οι μακροχρόνια άνεργοι, οι χαμηλόμισθοι. Οι μελλοντικοί δεί-κτες οφείλουν να καταγράψουν το ποσοστό των νοικοκυριών, στα οποία δεν εργάζεται κανείς.
Η ελλιπής εκπαίδευση είναι αιτία κοινωνικού αποκλεισμού και ο καλύτερος τρόπος αποφυγής του είναι η πρόσβαση στην ποιοτική εκπαί-δευση. Τα κοινωνικώς αποκλεισμένα άτομα στερούνται των βασικών εφο-δίων ζωής, όπως τον αριθμητικό και γλωσσικό γραμματισμό, τις κοινωνι-κές δεξιότητες και την ικανότητα επικοινωνίας. Οι πολίτες που αποκλείο-νται ή εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο δεν έχουν την ευκαιρία να απο-κτήσουν εξειδικευμένη γνώση και αυτοεκτίμηση και αδυνατούν να νοή-σουν τον εαυτό τους ως κοινωνικά ενταγμένο. Οι συνηθέστεροι δείκτες είναι το ποσοστό των απουσιών από το σχολείο, το ποσοστό των μαθητών που δεν ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση, το ποσοστό των ερ-γαζομένων χωρίς τυπικά προσόντα. Οι μελλοντικοί δείκτες πρέπει να κατα-γράψουν την επαγγελματική και κοινωνική πορεία των ατόμων που έχουν εγκαταλείψει την εκπαίδευση και τη δυνατότητα κατάρτισης και δια βίου εκπαίδευσης.
Σύμφωνα με τον Bourdieu (1986) βαρύνοντα ρόλο διαδραματίζει το πολιτισμικό κεφάλαιο: Η κοινωνικοποίηση ορισμένων ανθρώπων τους ωθεί να ενσωματώνουν αξίες, που τους επιτρέπουν να εκτιμούν τον «ανώ-τερο πολιτισμό», π.χ. την κλασική μουσική. Ο Bourdieu πιστεύει ότι η προτίμηση αυτή δεν οφείλεται στο προσωπικό γούστο. Αυτό το είδος κουλ-τούρας απαντάται σε μουσεία, θέατρα, γκαλερί και διδάσκεται σε ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ο Bourdieu επίσης θεωρεί ότι η εκτίμηση του ανώ-τερου πολιτισμού συνεπάγεται την υποτίμηση λαϊκών μορφών πολιτισμού. Η ανώτερη κουλτούρα έχει να κάνει με την αφαίρεση και επομένως με τις απαιτήσεις του εκπαιδευτικού συστήματος. Τα άτομα που προτιμούν την ανώτερη κουλτούρα εκπαιδεύονται στη χρήση συμβολικών συστημάτων και, άρα, επιτυγχάνουν υψηλότερες αποδόσεις στην εκπαίδευση. Εν συνε-χεία, καταλαμβάνουν καλύτερα επαγγέλματα και ανελίσσονται οικονομικά και κοινωνικά.
Ο Bernstein (1989) απέδειξε ότι το σχολείο είναι φορέας ενός κοι-νωνιογλωσσικού κώδικα, που βοηθάει τα άτομα να εξελιχθούν κοινωνικά. Μελέτησε τις διαφορές στη γλώσσα των ατόμων, που προέρχονταν από διαφορετικές τάξεις και διαπίστωσε διαφορές στους γλωσσικούς κώδικές. Τα μέλη των ανώτερων τάξεων χρησιμοποιούσαν έναν επεξεργασμένο γλωσσικό κώδικα, σε αντίθεση με τα μέλη των κατώτερων εργατικών στρωμάτων, των οποίων ο κώδικας ήταν περιορισμένος.

Περίθαλψη
Ο τομέας της υγειονομικής περίθαλψης είναι ο καθρέπτης του κοι-νωνικού κράτους και πεδίο, όπου μπορεί να διαφανεί η ένταση του κοινω-νικού αποκλεισμού. Η παραοικονομία στο χώρο της υγείας και η συγκρου-σιακή σχέση των υπηρεσιών κράτους και ιδιωτικού τομέα είναι εμπόδια στην ισότιμη πρόσβαση και αναπαράγουν τις κοινωνικές ανισότητες. Ως μέτρα προτείνονται η ποιοτική αναβάθμιση των υπηρεσιών και η πρόσβα-ση σε αυτές, ασχέτως γεωγραφικής ή οικονομικής θέσεως.

Στέγαση
Η έλλειψη στέγης ή η κακή ποιότητα στέγασης είναι άλλος ένας δείκτης κοινωνικού αποκλεισμού, που επηρεάζει την ατομική και οικογε-νειακή υγεία, την ανάπτυξη των παιδιών. Δείκτες στέγασης περιλαμβάνουν το ποσοστό των αστέγων, το ποσοστό των νοικοκυριών σε πυκνοκατοικη-μένες περιοχές, τις ομάδες υψηλού κινδύνου, όσον αφορά την απώλεια της στέγης. Άλλοι παρεμφερείς δείκτες περιλαμβάνουν την έλλειψη θέρμανσης και την αδυναμία επισκευής των σπιτιών.
Η ιδιοκατοίκηση είναι κανόνας στην ύπαιθρο, ενώ στις πόλεις υψη-λότερο ποσοστό επισφάλειας παρουσιάζουν οι ενοικιαστές, για τους οποί-ους η στέγαση και οι συνθήκες κατοικίας είναι θέμα αιχμής και σημαντικό-τατος προσδιοριστικός παράγοντας του κινδύνου αποκλεισμού.

Κοινωνική Ασφάλιση
Η κοινωνική υποστήριξη περιλαμβάνει την κοινωνική αρωγή (για την εξάλειψη της φτώχειας) και την κοινωνική ασφάλιση. Η κοινωνική α-σφάλεια βασίζεται σε ένα θεσμικό κράτος και σε μία καλά οργανωμένη αγορά εργασίας (Wood, 2001). Απαιτείται η σύσταση οργανωμένων και ρυθμιστικών οικονομικών αγορών, για την υποστήριξη τομέων που αφο-ρούν την αποταμίευση, τις συντάξεις και την ασφάλιση. Παρόλα αυτά, στις αναπτυγμένες χώρες, η κοινωνική ασφάλεια δεν αποτελεί μόνο μέριμνα του Κράτους, αλλά περιλαμβάνει και τη δραστηριοποίηση των δημόσιων, των μη κυβερνητικών οργανισμών και των κοινωνικοπολιτικών και αν-θρωπιστικών ιδρυμάτων (Ahmad et al., 1991). Η επιτυχής κοινωνική α-σφάλεια δεν πρέπει να κρίνεται με βάση τα μέσα που παρέχει, αλλά με βά-ση την επίδραση που έχει στη ζωή των πολιτών και τις δυνατότητες που τους παρέχει.
Παράλληλα με τον κοινωνικό αποκλεισμό, γίνεται λόγος και για πολιτισμικό αποκλεισμό στην περίπτωση που τα άτομα αποκλείονται από τη συμμετοχή τους σε συγκεκριμένα κοινωνικά δίκτυα (Figueroa et al., 1996).
Η αναθεώρηση του Συντάγματος θεσμοθέτησε το κοινωνικό κρά-τος. «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνι-κού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους». Ενισχύεται το περιεχόμενο των κοινωνικών δικαι-ωμάτων και η ευχέρεια του νομοθέτη και της διοίκησης για την ενίσχυση της παρεχόμενης κοινωνικής προστασίας.
Η πρόσβαση στις κοινωνικές υπηρεσίες είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ορίζεται και από το Σύνταγμα σχετικά με τα κοινωνικά δικαιώματα του πολίτη. Όλοι οι πολίτες έχουν ισότιμη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και φροντίδας.

Συμμετοχικότητα
Η συμμετοχικότητα είναι άλλος ένας δείκτης κοινωνικού αποκλει-σμού. Τα άτομα που δεν συμμετέχουν σε κοινωνικές ομάδες, δεν μπορούν να διασφαλίσουν την προσωπική τους εξέλιξη και δεν ενδιαφέρονται για το καλό των συνανθρώπων τους. Ο κυριότερος δείκτης είναι το ποσοστό απο-χής από τις εκλογές.

Υπογεννητικότητα
Οι δείκτες γονιμότητας μπορούν να αποτελέσουν ενδείξεις κοινω-νικού αποκλεισμού, καθώς συνδέονται με κακή ποιότητα υγείας και θνησι-μότητας. Οι πιο γνωστοί είναι το ποσοστό εγκυμοσύνης των γυναικών κά-τω των 16 ετών, τα ελλιποβαρή παιδιά (κάτω από 2500 γρ.) και ο αριθμός των θανάτων ατόμων κάτω των 65 ετών. Πιθανοί μελλοντικοί δείκτες θα καταγράφουν τα ποσοστά των θανάτων από συγκεκριμένες ασθένειες, ό-πως καρκίνους ή εμφράγματα, αυτοκτονίες και μακροχρόνιες αρρώστιες.

Νέες τεχνολογίες
Ο αποκλεισμός από την πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες και συνε-πώς στη γνώση οδηγεί σε ένα άλλο είδος αποκλεισμού από τον κόσμο, που προσφέρει μια εικονική ενσωμάτωση σε όσους διαθέτουν ηλεκτρονικό υ-πολογιστή και γνωρίζουν τη χρήση του Διαδικτύου. Την ίδια στιγμή ανα-πτύσσεται και ο «πολιτισμικός αποκλεισμός», που προκαλείται από την επικράτηση ορισμένων γλωσσών, καθώς και πολιτισμικών και καταναλω-τικών προτύπων.
Το Σύνταγμα προβλέπει τη μέριμνα του Κράτους για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών. Δί-νεται η ευχέρεια στο Κράτος να λαμβάνει φαινομενικώς άνισα μέτρα, τα οποία όμως αντισταθμίζουν δυσμενείς καταστάσεις, όπως ο κοινωνικός αποκλεισμός.

Άτομα με αναπηρία (Α.μεΑ.)
«Τα άτομα με αναπηρίες έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν των μέτρων που εξασφαλίζουν την αυτονομία, την επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή τους στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώ-ρας» (Σύνταγμα, άρθρο 21, παρ. 6). Λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία και διευκόλυνση των Α.μεΑ. Πρόσβαση στην Παιδεία – προσαρμοσμένη στις ατομικές εκπαιδευτικές ανάγκες, παροχή σε όσο το δυνατό λιγότερο περιοριστικό ή απομονωμένο περιβάλλον εκπαίδευσης (ΕΣΔΕΝ). Οι δράσεις και οι παρεμβάσεις για την ενίσχυση και την προ-στασία των ανθρώπων με αναπτυξιακές δυσκολίες εξειδικεύονται στους παρακάτω τομείς: Προκατάρτιση, Κατάρτιση, Υποστήριξη, Προώθηση της απασχόλησης. Για το λόγο αυτό έχουν υιοθετηθεί κάποιες ενέργειες, ούτως ώστε να παρέχονται υπηρεσίες για επαγγελματική ένταξη, οι οποίες περι-λαμβάνουν: Ενημέρωση και Συμβουλευτική των ατόμων που ανήκουν στην ομάδα στόχο, αλλά και των οικογενειών τους σε θέματα ένταξης και επανένταξης. Παράλληλα διεξάγονται έρευνες στην τοπική αγορά, προκει-μένου να καταγραφούν οι ευκαιρίες και οι δυνατότητες απασχόλησης των ατόμων με κινητικά και αισθητηριακά προβλήματα. Παράλληλα, δημιουρ-γείται πλαίσιο συνεργασίας με τους εργοδότες, τους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τους δημόσιους οργανισμούς και τον Ο.Α.Ε.Δ., ενώ χρη-ματοδοτείται η απασχόληση, αλλά και η αυτοαπασχόληση και προωθού-νται συνεταιριστικές δράσεις. Άλλες ενέργειες οι οποίες έχουν υιοθετηθεί είναι:
-Κοινωνική στήριξη στο άτομο, στην οικογένεια, αλλά και στο ευ-ρύτερο κοινωνικό περιβάλλον
-Αποκατάσταση των σχέσεων με την οικογένεια
-Φροντίδα σε κοινωνικό και παιδαγωγικό επίπεδο
-Παροχή συμβουλευτικής για την κοινωνική ένταξη ή επανένταξη
-Βοήθεια για τα μέλη της οικογένειας των ατόμων που συμμετέ-χουν στο πρόγραμμα
-Οικονομική στήριξη για τυχόν στεγαστικά προβλήματα της οικο-γένειας
-Λειτουργία ξενώνων για τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν κι-νητικά και αισθητηριακά προβλήματα
-Βοήθεια στη μετακίνηση στους τόπους προκατάρτισης, κατάρτι-σης, πρακτικής άσκησης και απασχόλησης
-Κατάλληλη εργονομική προσαρμογή των χώρων προκατάρτισης, κατάρτισης, άσκησης και απασχόλησης
-Δημιουργία δικτύων αλληλοστήριξης και αλληλοβοήθειας
-Λειτουργία «Κέντρων Ημέρας»
- Ενίσχυση της αποϊδρυματοποίησης των ατόμων που ανήκουν στην ομάδα στόχου
-Ενίσχυση των ικανοτήτων των ατόμων αυτών στους τομείς της αυτόνομης διαβίωσης, της αυτοφροντίδας και της τήρησης των κανόνων υγιεινής
-Εκμάθηση των βασικών κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς
-Ευαισθητοποίηση και σωστή ενημέρωση των αντιπροσωπευτικών εθελοντικών οργανώσεων για τα άτομα με αναπηρίες
-Ευαισθητοποίηση του κοινού και των εργοδοτών, καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και στιγματισμού και άρση των προκαταλήψεων και των εμποδίων
-Ευαισθητοποίηση των επιχειρήσεων ή των οργανισμών που προω-θούν ευκαιρίες πρακτικής άσκησης για μόνιμη απασχόληση των ατόμων που καταρτίζονται επαγγελματικά
-Ίδρυση και λειτουργία τράπεζας πληροφοριών
-Δημιουργία δικτύων ανταλλαγής πληροφοριών και εμπειριών σε εθνικό και διακρατικό επίπεδο
-Σύσταση Μητρώου για τα άτομα με κινητικές δυσκολίες και αι-σθητηριακά προβλήματα.

Μετανάστες
Εκείνοι που είναι σε θέση να μεταναστεύουν δεν είναι συνήθως οι περισσότερο αποκλεισμένοι ή οι φτωχότεροι μιας περιοχής, αλλά εκείνοι που έχουν λάβει κάποια εκπαίδευση ή κατάρτιση, διαθέτουν δεξιότητες που χρησιμοποιούν στη χώρα τους και πολύ συχνά διατηρούν επαφές με άλλους μετανάστες (μεταναστευτικά δίκτυα). Παρόλα αυτά, από μία διεθνή σκοπιά και από την πλευρά της χώρας υποδοχής, θεωρούνται φτωχοί και συχνά αποκλεισμένοι. Όταν φτάνουν για πρώτη φορά σε μια χώρα, είναι πιθανόν να βρίσκονται σε μία πρώιμη κατάσταση (όσον αφορά το επίπεδο ζωής της χώρας υποδοχής) και σχεδόν πάντα είναι αποκλεισμένοι, καθώς δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, τα ήθη και έθιμα, τους σχετικούς μηχανισμούς και τους πολιτισμικούς κώδικες. Η νομιμοποίησή τους οδήγησε στην εξο-μάλυνση της θέσης τους στην οικονομία και αναδείχθηκε έτσι η οικονομι-κή τους συνεισφορά. Παράλληλα, μειώθηκαν οι κίνδυνοι περαιτέρω περι-θωριοποίησης. Επιτακτική είναι η ανάγκη για δημιουργία μητρώου μετα-ναστών.
Η Ελλάδα από παραδοσιακή χώρα αποστολής μεταναστών μετα-τρέπεται σε χώρα υποδοχής μεταναστών, κυρίως από το 1990 και μετά, με την κατάρρευση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η Ελλάδα δέχεται χιλιάδες μετανάστες, στην πλειοψηφία τους «παράνομους», χωρίς να είναι έτοιμη για κάτι τέτοιο και δίχως να διαθέτει το κατάλληλο εκείνο θεσμικό πλαίσιο, για να αντιμετωπίσει το φαινόμενο.
Οι περισσότερες έρευνες που πραγματοποιήθηκαν για τη μετανά-στευση στην Ελλάδα, προσπάθησαν να καλύψουν κενά των ερευνητικών υποδομών της πολιτείας, κυρίως σε θέματα σχετικά με τις άμεσες επιπτώ-σεις της εγκατάστασης και απασχόλησης των μεταναστών στη χώρα με έμφαση πάντοτε στις οικονομικές, κοινωνικές και άλλες επιπτώσεις που προκαλούν (Νιτσιάκος, 2003).
Ενδεικτικές έρευνες που ασχολούνται με τις συνθήκες διαβίωσης και απασχόλησης των μεταναστών στην Ελλάδα είναι οι έρευνες του Ιω-σηφίδη Θ. για τους Αλβανούς, τους Αιγύπτιους και τις Φιλιππινέζες στην Αθήνα και του Λαμπριανίδη Λ. για τους Αλβανούς στη Θεσσαλονίκη. Πιο συγκεκριμένα, ο Ιωσηφίδης συνδέει την τμηματοποιημένη ελληνική αγορά εργασίας, την κυριαρχία των μικρών οικογενειακών, αλλά και των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, καθώς και την ύπαρξη ενός διευρυμένου ανεπί-σημου τομέα, με τη θέση και το ρόλο των μεταναστών στην ελληνική αγο-ρά εργασίας (Ιωσηφίδης, 2001). Θεωρεί ότι οι παράγοντες που επηρεάζουν την ένταξη του μεταναστευτικού δυναμικού στο δευτερεύοντα τομέα είναι κυρίως εθνοτικοί, ηλικιακοί και φύλου και συγκρίνει και συσχετίζει παρά-γοντες, όπως την εθνικότητα, το εκπαιδευτικό επίπεδο, την ηλικία, το εισό-δημα, τη νομική τους κατάσταση και τον τύπο απασχόλησης. Η έρευνά του καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το μεταναστευτικό δυναμικό είναι ένα ευέ-λικτο, περιφερειακό εργατικό δυναμικό, το οποίο εργάζεται σε συνθήκες, όπου οι γηγενείς εργαζόμενοι δεν αποδέχονται, ενισχύοντας έτσι την υπό-θεση εργασίας ότι τελικά η απασχόληση των μεταναστών έχει περιορισμέ-νες επιπτώσεις στην απασχόληση των Ελλήνων εργαζομένων (Ιωσηφίδης, 2001).
Τις οικονομικές επιπτώσεις των μεταναστών στους μισθούς και στην απασχόληση των Ελλήνων αναλύει ο Ιωακείμογλου Η. στο «Οι μετα-νάστες και η απασχόληση» συμφωνώντας με την παραπάνω άποψη ότι δη-λαδή η υποκατάσταση των αυτόχθονων εργαζομένων από μετανάστες είναι περιορισμένη και αφορά κυρίως τους εργαζόμενους στους ίδιους ή σε πα-ρόμοιους τομείς, έχοντας παρόμοιες συνθήκες εργασίας με τους μετανά-στες κι ότι, αντιθέτως, οι μετανάστες δημιουργούν θέσεις εργασίας για το ημεδαπό εργατικό δυναμικό (Ιωακείμογλου, 2001). Ο Ιωακείμογλου διε-ρεύνησε μεταξύ άλλων παραγόντων που επηρεάζουν την ένταξη των μετα-ναστών στην ελληνική αγορά εργασίας και την παλαιότητα ή αλλιώς τα χρόνια παραμονής των μεταναστών στη χώρα υποδοχής. Έτσι, κατέληξε στα συμπεράσματα ότι πρώτον οι παλαιότεροι μετανάστες καταλαμβάνουν καλύτερες θέσεις εργασίας από τους νεοεισελθόντες, γεγονός που επιση-μαίνει και ο Λαμπριανίδης στην έρευνά του (Λαμπριανίδης & Λυμπεράκη, 2001) και ότι οι μισθοί των παλαιών μεταναστών επηρεάζονται σημαντικά από τους μισθούς των νεοεισερχομένων μεταναστών (Ιωακείμογλου, 2001).
Την κατανομή της εργασίας των μεταναστών, όπως ήδη προανα-φέρθηκε, βάσει της εθνικότητας, του φύλου και της ηλικίας επισημαίνει και ο Ψημμένος Ι. στο «Νέα Εργασία και Ανεπίσημοι Μετανάστες στη Μητροπο-λιτική Αθήνα» (Ψημμένος, 2001). Η συγκεκριμένη έρευνα επικεντρώνεται στις διαδικασίες εκείνες που επηρεάζουν την εργασία των μεταναστών και αναλύονται ορισμένοι από τους κοινωνικούς μηχανισμούς παραγωγής και αναπαραγωγής της εργασίας και του χώρου στέγασης των μεταναστών στην Αθήνα.
Παρόμοια συμπεράσματα προσφέρει και η ερευνητική δουλειά των Anderson και Phizacklea(1997) και Campani (2000) για τις μετανάστριες και ιδιαίτερα για όσες απασχολούνται ως οικιακοί βοηθοί, στη βιομηχανία του sex και στο χώρο της ψυχαγωγίας (Ψημμένος, 2001). Η έρευνα της G. Campani με θέμα την οικιακή εργασία και την πορνεία των μεταναστριών στην Ιταλία (Ψημμένος, 2001) η έρευνα της Chell V. για την οικιακή εργα-σία Σομαλών και Φιλιππινέζων μεταναστριών στη Ρώμη (Chell, 1997), κα-θώς και η έρευνα της Lazaridi G. για τις Φιλιππινέζες και τις Αλβανίδες μετανάστριες που εργάζονται στον ίδιο τομέα, επιβεβαιώνουν ότι οι μετα-νάστες έχουν γένος, εθνικότητα, ταξική προέλευση (Ψημμένος, 2001). Η αγορά πολώνεται μεταξύ των συνεχώς αυξανόμενων «λευκών» γυναικών σε καριέρες και των «εθνοτικών» σε υπηρεσίες και είναι αναμφισβήτητο ότι μετανάστριες με συγκεκριμένες εθνικότητες είναι περισσότερο μετανα-στεύσιμες και πιο ειδικευμένες στις προσωπικές υπηρεσίες από κάποιες άλλες (Campani, 2000). Οι παραπάνω ερευνήτριες, καθώς και η Μάρκοβα Ε. σε έρευνά της για τις Βουλγάρες εργαζόμενες στην Αθήνα (Μάρκοβα, 2001), μελέτησαν τις στρατηγικές που ακολουθεί κάθε εθνοτική ομάδα για την ενσωμάτωσή της στην αγορά εργασίας των χωρών υποδοχής. Ο τρόπος με τον οποίο μετανάστευσαν, τα δίκτυα εύρεσης εργασίας, η θέση και ο ρόλος τους μέσα στην οικογένεια, τα ατομικά χαρακτηριστικά και τα μετα-ναστευτικά σχέδια της κάθε μιας είναι κάποιοι από τους παράγοντες που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο απορροφούνται και συμμετέχουν στις προσωπικές υπηρεσίες. Αντίστοιχη είναι και η έρευνα της Πετρονώτη Μ., η οποία μελέτησε τις Ερυθραίες μετανάστριες στην Αθήνα στον τομέα της οικιακής βοήθειας, βλέποντας το πώς αντιλαμβάνονται οι ίδιες οι μετανά-στριες τις εργασίες που κάνουν σε σχέση με τις οικογενειακές πρακτικές και την ανύψωση της κοινωνικής τους θέσης, καθώς και τους παράγοντες που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουν και επιλέγονται στον τομέα της οικιακής εργασίας (Πετρονώτη, 1998).

Αστικός χώρος
Η διαφορά ποιότητας ζωής ανάμεσα στους κατοίκους των πόλεων και της υπαίθρου μπορεί να αποτελέσει αιτία κοινωνικού αποκλεισμού. Η οικονομική ανάπτυξη πρέπει να σχεδιάζεται με βάση τις αρχές της αειφο-ρίας και του σεβασμού προς το περιβάλλον και η παροχή κοινωνικών υπη-ρεσιών πρέπει να εστιάζεται με γνώμονα την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγεί-ας και φροντίδας, καθώς και την πρόσβαση στην πληροφορία.

Αγροτικός χώρος
Η ύπαιθρος από τόπος μόνιμης κατοικίας και απασχόλησης του με-γαλύτερου μέρους του πληθυσμού μετατράπηκε μεταπολεμικά σε ανεπιθύ-μητη περιοχή σε πολλά επίπεδα. Ως τόπος κατοικίας ήταν απομονωμένος και ανασφαλής χωρίς τις υποδομές και τις υπηρεσίες που έχει ανάγκη ο σύγχρονος πολίτης αλλά και η σύγχρονη επιχείρηση. Ως τόπος οικονομικής δραστηριότητας δεν προσέφερε πολλές ευκαιρίες πέρα από την ενασχόλη-ση με την αγροτική παραγωγή, και ως ιδεολογικός χώρος συνδέθηκε με την «συντήρηση» και τις «οπισθοδρομικές ιδέες» σε αντίθεση με την «πρόοδο» και τον «εκσυγχρονισμό» των πόλεων (Γούσιος, 1999).
Mέσα από τη διάκριση της υπαίθρου σε πεδινές, ορεινές και ημιο-ρεινές περιοχές αποδεικνύονται ταυτόχρονα και οι δυνατότητες ανάπτυξης σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο που έχει κάθε μία από αυτές. Η αγρο-τική πολιτική που εφαρμόστηκε μεταπολεμικά, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως α-διάστατη και α-χωρική, σχεδιάστηκε σε επίπεδο κεντρικής εξουσίας χωρίς να λαμβάνει υπόψη της τις γεωγραφικές διαφορετικότητες και ιδιαι-τερότητες του ελληνικού χώρου (μεσογειακό κλίμα, ορεινότητα, μικρός ιστορικά διαμορφωμένος κλήρος κτλ.), σηματοδότησε την απαρχή μιας άνισης χωροοικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης στο εσωτερικό της Ελ-ληνικής υπαίθρου (Ανθοπούλου, 1999). Ως εκ τούτου, μόνο οι πεδινές, αρ-δεύσιμες αγροτικές ζώνες μπόρεσαν να ανταποκριθούν στο κυρίαρχο μο-ντέλο εντατικοποίησης της γεωργίας με την υιοθέτηση των εκάστοτε νέων τεχνολογιών. Αντίθετα οι ζώνες που φέρουν φυσικές μειονεξίες, όπως οι ορεινές, νησιωτικές και φτωχές σε φυσικούς πόρους, παρέμειναν στο περι-θώριο της ανάπτυξης και των επενδύσεων ως μη ανταγωνιστικές σε όρους οικονομικής αποδοτικότητας.
Η Ανθοπούλου αναφέρει ότι ο F. Pingaud, σε μια μαρξιστική προ-σέγγιση, διακρίνει τρεις τύπους αγροτικών χώρων ανάλογα με το βαθμό ενσωμάτωσης στον κοινωνικό σχηματισμό: α) τους ενσωματωμένους χώ-ρους, με τις πιο προχωρημένες οικονομικές δραστηριότητες παραγωγής (γεωργία, βιομηχανία) και αναπαραγωγής (κατοικία, τουρισμός), των ο-ποίων η κοινωνική δομή δεν απέχει ιδιαίτερα από τις αστικές περιοχές, β) τους χώρους αναμονής, οι οποίοι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο εκσυγχρονι-σμού ή σημαντικού μετασχηματισμού κυρίως λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, αλλά διατήρησαν μια κάποια παραδοσιακή δραστηριότητα. Τέτοιες περιοχές είναι οι ορεινές και δυσπρόσιτες και γ) τους χώρους σε επιτήρηση, που είναι υποβαθμισμένοι υλικά και κοινωνικά, δεν είναι όμως στην πραγ-ματικότητα εγκαταλελειμμένοι, με την έννοια ότι επιτηρούνται από το σύ-νολο της κοινωνίας (Ανθοπούλου, 1999).

Νησιωτικός χώρος
Η έννοια του νησιού παραδοσιακά έχει χαρακτηριστεί ως συνώνυ-μο της απομόνωσης. Ακόμα και ετυμολογικά, στις λατινογενείς περιοχές η λέξη νησί (insula, isola, ile) έχει την ίδια ρίζα με την έννοια της απομόνω-σης (isolation) (Μπεριάτος, 2002).
Ωστόσο, τα νησιά της Μεσογείου ως το τέλος του 19ου αιώνα θω-ρούνταν μάλλον ελκυστικές περιοχές, ως εμπορικοί κόμβοι με εύκολη πρόσβαση σε σχέση με τις απομονωμένες ορεινές ηπειρωτικές περιοχές. Η μεταβολή στις μεταφορές προϊόντων (σιδηρόδρομος, αυτοκινητόδρομοι) και στην τεχνολογία των πλοίων, μαζί με τη γενικότερη μεταβολή των α-ναπτυξιακών προτύπων, μετέβαλαν τα νησιά σε μη ελκυστικές περιοχές, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στην πληθυσμιακή αποψίλωσή τους, την απώλεια οικονομικών δραστηριοτήτων και την υπανάπτυξη (Σπιλάνης, Κί-ζος & Ιωσηφίδης, 2003).
Είναι γνωστό σε όλους ότι ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής επι-κράτειας χαρακτηρίζεται από διάσπαρτα νησιωτικά συμπλέγματα - ομάδες νησιών με πολλά κοινά γεωγραφικά και αναπτυξιακά χαρακτηριστικά, που παρουσιάζουν όμως και σημαντικές διαφοροποιήσεις και προοπτικές.
Τα κυριότερα χαρακτηριστικά που στοιχειοθετούν τα βασικά ανα-πτυξιακά προβλήματα του νησιωτικού χώρου είναι:
α) Ο χωρικός κατακερματισμός, πολυδιάσπαση και γεωγραφική δι-ασπορά σε πολλές μικρού μεγέθους χωρικές ενότητες με ανεπαρκείς δια-συνδέσεις και συνδέσεις με τα μεγάλα αστικά κέντρα.
β) Γεωγραφική απομόνωση και περιφερειακή θέση ως προς τα με-γάλα αστικά κέντρα και τις κύριες αγορές προϊόντων και
γ) Θέση στα σύνορα του ευρωπαϊκού χώρου (Κοκκώσης, 2000).
Οι γεωγραφικές ανισότητες στη δυνατότητα πρόσβασης αφορούν κυρίως τις ανισότητες στα δίκτυα μεταφορών ως αποτέλεσμα των γεωγρα-φικών ιδιαιτεροτήτων κάθε περιοχής, καθώς και στις υπάρχουσες υποδο-μές, ως αποτέλεσμα των εκάστοτε πολιτικών. Ως εκ τούτου οι νησιωτικές περιοχές σε σχέση με την ηπειρωτική Ελλάδα δεν έχουν ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στα δίκτυα μεταφορών, γεγονός που θεωρήθηκε από πολλούς ως η γενεσιουργός αιτία για μια σειρά από μειονεξίες, που χαρακτηρίζουν το νησιωτικό κόσμο, σε ό,τι αφορά την εργασία, την υγεία, την εκπαίδευ-ση, την πληροφορία, τις δυνατότητες αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου κτλ.
Όλα τα παραπάνω ακούγονται μάλλον παράλογα, αν σκεφτεί κα-νείς ότι η θάλασσα, που σήμερα αποτελεί το βασικό παράγοντα γεωγραφι-κού αποκλεισμού των νησιών, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα, ήταν στοιχείο σύνδεσης και επικοινωνίας με τον άλλο κόσμο και όχι διαχωρισμού. Το γεγονός ότι τα νησιά περιβάλλονται από το υγρό στοιχείο δεν συνεπάγεται έλλειψη προσπελασιμότητας. Αντίθετα, η προβληματικό-τητα θα μπορούσε να ιδωθεί σήμερα μέσα από τους όρους εξάρτησης των νησιών από το κοινωνικοοικονομικό γίγνεσθαι της ηπειρωτικής χώρας με όλα τα φαινόμενα που αυτό συνεπάγεται (μετανάστευση, ακτινοποίηση του δικτύου συγκοινωνιών, έλλειψη διανησιωτικής επικοινωνίας κτλ. Η σημε-ρινή οργάνωση του χώρου στα ελληνικά νησιά εκφράζει ακριβώς το απο-τέλεσμα της επίδρασης αυτών των παραγόντων εξάρτησης από το κέντρο, που αναπτύχθηκαν κυρίως την μεταπολεμική περίοδο (Μπεριάτος, 2002).
Τα δυσμενή αυτά αποτελέσματα άφησαν εντονότερα ίχνη στα μι-κρά και κοινώς αποκαλούμενα «άγονα» νησιά, όπου υπήρχαν και εξακο-λουθούν να υπάρχουν οι αδυναμίες και τα προβλήματα της έλλειψης υπο-δομής, του αποκλεισμού από τα κέντρα, του αναποτελεσματικού μεταφο-ρικού και τηλεπικοινωνιακού συστήματος, του χαμηλού τεχνικού και εκ-παιδευτικού επιπέδου, τα οποία σε συνδυασμό με τις γεωγραφικές ιδιομορ-φίες συνθέτουν το πλέγμα των εμποδίων για την επίτευξη της περιφερεια-κής ανάπτυξης και την κατάκτηση της ευημερίας για τους πολίτες (Λογο-θέτης, 1998).
Η κατάσταση της απομόνωσης και του αποκλεισμού μιας νησιωτι-κής περιοχής μπορεί να αναλυθεί σε τρία επίπεδα: το τοπικό, το περιφερει-ακό και το διαπεριφερειακό.
Σε τοπικό επίπεδο: η απομόνωση μελετάται μέσα στα όρια του ίδι-ου του νησιού μέσω της δυνατότητας προσβασιμότητας που έχουν οι κά-τοικοι κάθε κοινότητας στην κεντρική περιοχή (πόλη), καθώς και στο λιμέ-να ή και αερολιμένα του νησιού. Στα μεγάλα νησιά η μετακίνηση εξαρτά-ται από την ποιότητα στα δίκτυα μεταφοράς, τη συχνότητα των υπηρεσιών των δημόσιων συγκοινωνιών και την ιδιοκτησία αυτοκινήτου.
Σε περιφερειακό επίπεδο ο αποκλεισμός μελετάται χωριστά για κά-θε νησί ως χωρική μονάδα, σε σχέση με τη δυνατότητα πρόσβασης στην ηπειρωτική χώρα, αλλά και τα άλλα νησιά. Στην περίπτωση αυτή η προ-σβασιμότητα εξαρτάται από την απόσταση με την ενδοχώρα, την ποιότητα των μεταφορών και τις υπάρχουσες υποδομές.
Τέλος, σε διαπεριφερειακό επίπεδο η απομόνωση μετράται στις νη-σιωτικές περιοχές συνολικά σε σχέση με άλλες περιοχές σε εθνικό επίπεδο. Η δυνατότητα προσβασιμότητας εξαρτάται από τη σύνδεση των περιοχών αυτών με τα εθνικά, αλλά και διεθνή δίκτυα μεταφορών, τις υποδομές, τη συχνότητα και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, σε σύγκριση πάντα με τις αντίστοιχές της ηπειρωτικής χώρας (Nutley, 1980).

Κοινωνική Συνοχή
O Beckley (1994) όρισε την κοινωνική συνοχή ως το βαθμό κατά τον οποίο μια γεωγραφική περιοχή κατορθώνει να λειτουργήσει ως μία «κοινότητα», όταν τα μέλη της συμμερίζονται τις ίδιες αρχές και διακατέ-χονται από πνεύμα συνεργασίας και αμοιβαιότητας.
Ο Reimer (2002) επεκτείνει την έννοια αυτή της συνεργασίας και ορίζει την κοινωνική συνοχή ως το βαθμό κατά τον οποίο τα άτομα δρουν συλλογικά, για να επιτύχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα και για να αντι-μετωπίσουν τα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά ή περιβαλλοντικά θέματα (θετικά ή αρνητικά), που τους απασχολούν. Και στις δύο περιπτώσεις βα-σικές έννοιες είναι η συλλογικότητα και η κοινότητα.
Ο όρος κοινότητα μπορεί να προσλάβει πολλαπλές έννοιες σε δια-φορετικά πλαίσια. Ο Halseth (1998) θεωρεί την κοινότητα ως ένα σύνολο σχέσεων παρά μία συμπαγή οντότητα. Περιγράφει δυο παραδοσιακές δια-στάσεις, για να οριστεί η κοινότητα: με βάση τη γεωγραφική θέση και με βάση τα ενδιαφέροντα. Η πρώτη αναφέρεται στην οριοθέτηση μιας περιο-χής με φυσικά ή διοικητικά σύνορα, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στην αλλη-λεπίδραση μεταξύ των μελών ενός κοινωνικού ή χωροταξικού πλαισίου, μέσα στο οποίο τα άτομα βιώνουν και εκτελούν τις καθημερινές τους δρα-στηριότητες, ενώ χαρακτηρίζονται από μία αμοιβαία αίσθηση ότι ανήκουν στην εν λόγω κοινότητα.
Η κοινωνική συνοχή παράγεται μέσα από την οριοθέτηση ορισμέ-νων κοινωνικών δικαιωμάτων και τη θέσπιση των σχέσεων εργασίας στα πλαίσια ενός διευρυμένου καθεστώτος καπιταλιστικής συσσώρευσης.
Ο κοινωνικός αποκλεισμός στον αστικό χώρο προκαλείται από σύνθετες διαδικασίες οικονομικού, κοινωνικού, πολιτιστικού και θεσμικού χαρακτήρα, που αλληλεπιδρούν με διαφορετική βαρύτητα σε βάρος των λιγότερο ευνοημένων ομάδων. Βάση τους είναι οι νοοτροπίες του βιωματι-κού χώρου και ο τρόπος δράσης των δημοσίων θεσμών. Όλα αυτά οδηγούν στην ελαχιστοποίηση της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης μιας πε-ριοχής. Η φτώχεια δεν είναι, λοιπόν, ζήτημα κοινωνικής ανισότητας, αλλά συνολικής κοινωνικής και οικονομικής υπανάπτυξης.

Β2. Μέτρα για την άρση του κοινωνικού αποκλεισμού

Παρακάτω παρατίθενται ορισμένα από τα μέτρα που προτείνονται από το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Κοινωνική Ενσωμάτωση προς άρση του κοινωνικού αποκλεισμού:
• Ανάπτυξη της εκπαίδευσης ενηλίκων (Σχολείο Δεύτερης Ευ-καιρίας).
• Υλικοτεχνική αναβάθμιση της υγειονομικής περίθαλψης και ί-δρυση νέων νοσοκομείων. Έμφαση στην πρόληψη και την πρωτοβάθμια περίθαλψη υγείας, για να επιτευχθεί η καλύτερη προσπέλαση του πληθυσμού στις υπηρεσίες υγείας.
• Πρόσβαση στην πληροφορία του πολίτη και ανάπτυξη – βελτί-ωση του θεσμού του Συνήγορου του Πολίτη.
• Εστίαση στην ποιότητα της Κοινωνικής Πολιτικής και εκπόνη-ση κοινωνικού-προνοιακού χάρτη για τη διαμόρφωση κοινωνι-κής πολιτικής.
• Διαρκής διάλογος με την κοινωνία των πολιτών, αποκέντρωση δράσεων και συνέργια φορέων και δράσεων.
• Εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, αποκέντρωση και ε-ξατομίκευση των δράσεων της κοινωνικής πολιτικής στο χώρο της Πρόνοιας.
• Συμφιλίωση επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής με προ-γράμματα, όπως η Βοήθεια στο Σπίτι, Ολοήμερα σχολεία, Βρε-φονηπιακοί σταθμοί.
• Χρήση των νέων τεχνολογιών και εξασφάλιση της πρόσβασης σε αυτές από όλους για την αποφυγή ψηφιακού αποκλεισμού (ψηφιακή ενσωμάτωση / e-inclusion).
Το ΕΣΔΕΝ, επίσης, κάνει λόγο για Δίκτυο Κοινωνικών Υπηρεσιών για την αντιμετώπιση του κατακερματισμού των κοινωνικών υπηρεσιών, θέτοντας τους εξής στόχους: α) σφαιρικότητα στην προαγωγή της αντιμε-τώπισης προβλημάτων, β) ενίσχυση της συμπληρωματικότητας, γ) ενίσχυ-ση της αποκέντρωσης, δ) εξορθολογισμός της κατάστασης, ε) βελτίωση ποιότητας πληροφόρησης και εξυπηρέτησης (ΕΣΔΕΝ, σελ. 18). Επιπλέον, προτείνει τη θεσμοθέτηση Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας για την προώθηση του κοινωνικού διαλόγου για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, την ανάπτυξη του δικτύου για την κοι-νωνική προστασία και την κοινωνική ενσωμάτωση.

Ευστράτιος Παπάνης

Newsletter Subscribe

Όλα τα νέα και οι ενημερώσεις απευθείας στο email σας.

Νέα & Ανακοινώσεις

PrevNext

kyklos aspros 116x100

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΨΥΧΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

ΛΟΦΟΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

ΜΥΤΙΛΗΝΗ 81100

ppy@aegean.gr

22510 36520 - 36580

Ακολουθήστε μας

ΦΟΡΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ

Γενικά στοιχεία

Υπηρεσίες

Η ομάδα μας

Συνεργασίες

Γιατί να μας προτιμήσετε

Διαφημιστείτε σε εμάς

Νομικά ζητήματα

© 2021 psichologia.gr. All Rights Reserved. Designed by Kosnet.gr